Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Giorgio de Chirico, 34 χρόνια μετά: ένα μικρό αφιέρωμα

 Αυτοπροσωπογραφία

ΣΑΝ σήμερα πριν 34 χρόνια έφυγε από κοντά μας ο Giorgio de Chirico, ένας έλληνας ιταλός, ή ένας ιταλός έλληνας, πάντως, σε κάθε περίπτωση, ένας εξαιρετικός από τους μεγάλους υπερρεαλιστές. Zωγράφος, συγγραφέας και γλύπτης, “πατέρας” μιας “σχολής” -της Μεταφυσικής Ζωγραφικής (Pittura metafisica)- και “αδελφός” δύο -υπερρεαλισμού και Νέας Αντικειμενικότητας (Neue Sachlichkeit), οραματιστής μέγιστος και ποιητής της εικόνας με αινιγματικές συνθέσεις που διατηρούν την γοητεία τους όσες φορές κι αν τις δεις, μέγιστος διαπραγματευτής της αμφισημίας των πραγμάτων.

Έκτορας & Ανδρομάχη

Αν κάποιος θα ήθελε να επιχειρηματολογήσει ενάντια στο cliché πως στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση, θα μπορουσε να επικαλεστεί την πρώτη, πιο παραγωγική και διαφοροποιητική περίοδο του ζωγράφου. Το νεοκλασικό ύφος που υιοθέτησε κατόπιν της περιόδου της Μεταφυσικής Ζωγραφικής του (1919 κ.ε.), είναι σαφώς υποδεέστερο. Πρώιμα έργα του, όπως ο Ετοιμοθάνατος κένταυρος (1909, Συλλογή Assitalia, Ρώμη) είναι τα χαρακτηριστικά της “Μεταφυσικής Ζωγραφικής”. Η μεταφυσική εικονογραφία του συνδέθηκε με το έργο του Νίτσε (Ιδού ο άνθρωπος και Τάδε έφη Ζαρατούστρας -ή, “Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρας”, όπως συναντάται στη νεότερη ελληνική βιβλιογραφία). Άλλα θέματα της πρώτης περιόδους είναι οι έρημες πλατείες της Ιταλίας και συγκεκριμένα του Τορίνο όπου βρέθηκε την περίοδο 1912-'15. 



Η σειρά ονομάζεται “Πλατείες της Ιταλίας”. Και είναι από τα πιο χαρακτηριστικά και αναγνωρίσιμα έργα του ζωγραφου. Συνήθως απεικονίζουν ελάχιστες μορφές με χαρακτιριστικά καρικατούρας ή γλυπτά, έχουν πολλαπλή προοπτική, και μια διάχυτη μελαγχολία. Σε αρκετά από τα έργα της σειράς αυτής, ο ντε Κίρικο απεικόνισε τη μορφή της μυθολογικής Αριάδνης, όπως στα έργα “Μελαγχολία” (1912), “Αριάδνη” (1913, σήμερα στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης Νέας Υόρκης), “Το δειλινό της Αριάδνης” (1913) και “Η ανταμοιβή του Μάντη” (1913, σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Φιλαδέλφειας στις ΗΠΑ). To Torino αποτέλεσε επίσης θέμα σε αρκετούς πίνακες του και ειδικότερα ο πύργος της Mole Antonelianna, ένα από τα υψηλότερα κτίσματα της Ιταλίας, που αποτέλεσε πιθανότατα πηγή έμπνευσης για τα έργα Νοσταλγία του απείρου (1912, MoMA). Στην συνέχεια βρέθηκε στο Παρίσι και ήρθε σε επαφή με τον Guillaum Apollinaire, τον Pablo Picasso και την ομάδα των υπερρεαλιστών, που μεσουρανούσαν. Κατά κάποοιο τρόπο, μπορούμε να πούμε ότι ο Apollinaire υπήρξε αυτός που τον ανέδειξε στο διεθνές στερέωμα πρώτος, και τον βοήθησε να εξελιχτεί σε έναν από τους πρωταγωνιστές του υπερρεαλιστικού κινήματος, τουλάχιστον κατά τα όσα γράφει στο βιβλίο του “Nothing If Not Critical” ο Robert Hughes. Άλλωστε ο Apollinaire ήταν και ο πρώτος που έγραψε κριτική για το έργο του ζωγραφου στο περιοδικό L' Intransigeant «H τέχνη αυτού του νεαρού ζωγράφου είναι εσωτερική και εγκεφαλική, χωρίς να συνδέεται με εκείνη άλλων ζωγράφων που έχουν ανακαλυφθεί τα τελευταία χρόνια. Δεν πηγάζει από τον Ματίς ή από τον Πικάσο, δεν πηγάζει ούτε από τους Ιμπρεσσιονιστές. Αυτή η πρωτοτυπία είναι αρκετή για να εξασφαλίσει την προσοχή μας» (William Bohn, Apollinaire and the Faceless Man), ενώ ήταν ο πρώτος που χαρακτήρισε τους πίνακες “μεταφυσικούς”, έναν όρο με τον οποίο οι υπερρεαλιστές συνδιαλέγονταν μάλλον με φόβο. H φιλία του ζωγράφου με τον Apollinaire αποτυπώθηκε σε μία σειρά προσωπογραφιών που φιλοτέχνησε ο ντε Κίρικο, ενώ ο ποιητής έγραψε γι' αυτόν το “Océan de terre” (ΕΔΩ).

 Η πλατεία του ποιητή

Το 1919 ο De Chirico ρίχτηκε με πάθος στη μελέτη των Ιταλών κλασικών, και κύρηξε με πάθος -μέσα από δοκίμια και άρθρα την “Επιστροφή στη δεξιότητα” (Il ritorno al mestiere) στρεφόμενος στην παραδοσιακή εικονογραφία, δηλώνοντας ότι επιθυμεί να γίνει ένας “Κλασικός ζωγράφος”. “Pictor classicus sum”, έγραφε στα λατινικά (Charles Harrison, Paul Wood, Art in Theory 1900-2000: An anthology of changing ideas). Στην συνέχεια διαμόρφωσε ένα νεοκλασικό ύφος, που σοκάρει (ιδίως αν κάποιος είναι θαυμαστής της πρώτης περιόδου του) σε μια μίμηση της ιταλικής αναγέννησης. Χαρακτηριστικότερο έργο της περιόδου θεωρείται ο “”Αποχαιρετισμός στους Αργοναύτες” (1921). Εν τω μεταξύ συν΄βει ένα από αυτά τα περίεργα παιχνίδια της ζωής: ενόσω επί μία δεκαετία ο ζωγράφος προσπαθούσε να γίνει “κλασσικός” η ομάδα των Γάλλων υπερρεαλιστών, αλλά και άλλοι ακόμα πολλοί, όπως ο René Magritte, ο Max Ernst, ο André Breton -που μάλιστα δημοσίευσε και δοκίμιο με το όνομα του- επανανακάλυψαν και πρόβαλλαν διεθνώς το έργο του, καθιερωνόντας τον ακκριβώς για την Μεταφυσική Περίοδο που ο ίδιος ήθελε να αφήσει πίσω! Το 1926, ο Breton σε περιοδική έκδοση της ομάδας La Révolution Surréaliste τον χαρακτήρισε ως μία “μεγαλοφυΐα που χάθηκε”.



Έζησε για ένα διάστημα στην Ιταλία, συμμετέχοντας στη Biennale της Βενετίας και επέστρεψε στο Παρίσι το 1934, όπου ξεκίνησε να φιλοτεχνεί μία νέα σειρά έργων, γνωστά ως Τα μυστηριώδη λουτρά (Bagni misteriosi), τα οποία προορίζονταν για την εικονογράφηση του ποιήματος Μυθολογία (Mythologie) του Jean Cocteau, το 1935 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου οργάνωσε πέντε εκθέσεις έργων του, ύστερα επέστρεψε στην Ιταλία, τον Ιανουάριο του 1938 και για σύντομο χρονικό διάστημα έζησε στο Παρίσι πριν επιστρέψει και πάλι στο Μιλάνο. Το 1940 και μέχρι το 1950, το έργο του παρουσιαζόταν τακτικά στην Ιταλία, ενώ την περίοδο 1950-3 οργάνωσε «αντι-Μπιενάλε», παρουσιάζοντας έργα «αντι-μοντέρνων» καλλιτεχνών. Η ζωή του πηρε δικομανή τροπή όταν για μία δεκαετία περίπου πλούτισε τα ιταλικά δικαστήρια με μια σειρά από σκάνδαλα και δίκες που σχετίζονταν με πλαστογραφήσεις έργων του, υπόθεση επισφαλή, καθώς ο συνήθιζε να πραγματοποιεί αντίγραφα ή πολλαπλές εκδοχές των πιο γνωστών πινάκων του. Δεν έπαψε ποτέ να ζωγραφίει έχρι το τέλος, αν και, ασχολήθηκε συστηματικά με το θέατρο. Το 1968 παρουσιάζει τα “νεομεταφυσικά” έργα του, που εκτέθηκαν για πρώτη φορά στο Μιλάνο, το 1968, και το 1975 χρίστηκε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ο ντε Κίρικο πέθανε στις 20 Νοεμβρίου του 1978 στη Ρώμη. Το 1986 ιδρύθηκε το “Fondazione Giorgio e Isa de Chirico” (Ίδρυμα Τζόρτζιο και Ίζα ντε Κίρικο) με σκοπό την φύλαξη των υπαρχόντων στα χέρια της οικογένειας του έργων του και την προβολή της καλλιτεχνικής του παραγωγής γενικότερα. Από το 2011 συζητάται στον Δημο Βόλου η δημιουργία Μουσείου με πρωτοβουλία του Δήμου ώστε να στεγαστεί το έργο του, αλλά, τουλάχιστον μέχρι την φετινή Ανοιξη που για τελευταία φορά διερεύνησα το θέμα, το ζήτημα εκκρεμούσε παρά τις εκπεφρασμένες ευμενείς προθέσεις τόσο από τον Δήμο όσο και από το Υπουργείο Πολιστισμού. 

> Πλήρες βιογραφικό του ΕΔΩ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου