Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Ποιοτικό Σινεμά στα έδρανα στην Θεσσαλονίκη

Στιγμιότυπο της ταινίας  "Personal Shopper" που προβάλλει απόψε η ΚΟΧηΜΠΑ

Λέγεται -και εν πολλοίς ισχύει- ότι οι κινηματογράφοι στην Θεσσαλονίκη είναι πολύ λίγοι τόσο λαμβάνοντας υπόψιν μας το μέγεθος της πόλης, όσο και εαν λάβουμε υπόψιν μας την πολιτιτική δραστηριότητά της και την φήμη της στα κινηματογραφικά πράγματα εξαιτίας της διοργάνωσης του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης από παλιά, και του εξίσου σημαντικό Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Θεσσαλονίκης. Οι ελάχιστοι ανεξάρτητοι κινηματογράφοι προβάλλουν αδιαμφησβήτητα πολύ συχνά ποιοτικές ταινίες, αλλά δεν είναι εφικτό να προβάλλουν αρκούντως πολλές, ενώ, και αυτές που προβάλλουν είναι "πρώτης προβολής", γεγονός που δεν αφήνει περιθώρια να προβάλλονται πολλά αφιερώματα. Το κενό αναπληρώνουν κινηματογραφικές ομάδες πόλης, αλλά και μερικές φοιτητικές κινηματογραφικές ομάδες που διοργανώνουν προβολές εξαιρετικών λίγο ελάχιστα παλιότερων ταινιών στα Πανεπιστήμια! Τα θυμήθηκα όλα τούτα διαβάζοντας στο Facebook για τις αποψινές προβολές των φοιτητικών ομάδων, με εκπληκτικές ταινίες. Στις περισσότερες περιπτώσεις η προβολή είναι δωρεάν ή ο καθένας δίνει ό,τι θέλει. Αν και κυρίως απευθυνονται σε φοιτητές, κανείς δεν αποκλείεται. Επίσης, με την ευκαιρία, να σχολιάσω πως αντιθετα με τόσα συχνά λέγονται, αυτές οι προβολές δεν ανακόπτουν κανέναν απο το να πάει στον κινηματογράφο, ούτε ανταγωνίζονται τα λιγοστά σινεμά της πόλης: αναπληρώνουν το κενό ποιότητας που προκαλεί ο μικρός αριθμός κινηματογράφων της Θεσσαλονίκης και δίνουν την δυνατότητα σε νέους που το πορτοφόλι τους δεν θα άντεχε να πηγαίνουν τόσο συχνά κινηματογράφο να απολαύσουν, γνωρίσουν ή/και ανακαλύψουν την 7η Τέχνη. Και, ως γνωστόν, το θέμα είναι να αγαπήσεις το σινεμά. Διότι αφότου συμβεί αυτό και πέρα, η αγάπη για τον κινηματογράφο δύσκολα σβήνει! Έτσι, απόψε και αύριο το πρόγραμμα στις φοιτητικές προβολές έχει ως εξής:


Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

K-PAX (2001)

Ο Dr. Powell έχει αφιερώσει την ζωή του στην δουλειά του. Προσπαθεί να βρεί το χαμένο μονοπάτι της ζωής των ασθενών του για να του ξαναβάλει στη γραμμη του τρένου από την οποία εκτροχιάστηκαν. Δεν ζει βέβαια την δική του ζωή, αλλά "δεν μπορεί κανείς να τα 'χει όλα" O Prot είναι το τελεταίο που περίμενε να του συμβεί.

Ποιά είναι  αλήθεια; Όποια και να είναι φαίνεται πως όλοι αδιαφορούν γι΄ αυτή. Διότι μοιάζει να μην έχει πραγματικά σημασία για κανέναν αν ο Prot είναι εξωγήινος.  Η ταινία είναι αφαιρετική. Ελάχιστα πράγματα έχουν σημασία και μέσα σε αυτά δεν ανήκουν καν βασικές έννοιες, όπως για παράδειγμα ο χρόνος. Ο πράξεις των ανθρώπων έχουν μιά αξία διαχρονική. Το λάθος είναι "λάθος" είτε το έκανες χτες είτε θα το κάνεις αύριο. Λέει ο Prot στον γιατρό (Jeff Bridges) "I wanna tell you something Mark, something you do not yet know, that we K-PAXians have been around long enough to have discovered. The universe will expand, then it will collapse back on itself, then will expand again. It will repeat this process forever. What you don't you know is that when the universe expands again, everything will be as it is now. Whatever mistakes you make this time around, you will live through on your next pass. Every mistake you make, you will live through again, & again, forever. So my advice to you is to get it right this time around. Because this time is all you have".

To αν ο Prot είναι εξωγήινος ή όχι έχει ελάχιστη σημασία. Ο Prot είναι πάνω απ' όλα έννοια, είναι η ευκαιρία του γιατρού να συνειδητοποίήσει κάποια πράγματα που η καθημερινότητα έχει κρυψει με επιμέλεια και προσοχή. Ετσι λοιπόν στην πραγματικά υπέροχη εκείνη τελευταία σκηνή που ο γιατρός κοιτάει τα άστρα, μπορεί κανείς να δει το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο: μπορεί να δει ότι η ταινία είχε αισιόδοξο ή απαισιόδοξο τέλος. Aν ο γιατρός πίστεψε στο εξωγήινο,δε έχει καταφέρει απολύτως τίποτα διότι και πάλι ακολουθεί το μονοπάτι ενός άλλου. Αν ο γιστρός αποφάσισε απλά να αναζητησει στα άστρα το δικό του μονοπάτι, βρίσκεται μονάχα στην αρχή του δρόμου, τουλάχιστον όμως έχει βρει μια δική του αλήθεια, έχεις αποφασίσει πως είναι η ώρα να κάνει τα δικά του "λάθη" και τα δικά του "σωστά".  Με τα δικά μου μάτια, δεν είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Θα την χαρακτήριζα μάλλον κοινωνική. Ωστόσο λάτρεψα τη ατμόσφαιρα της. Αυτά. "Now if you'll excuse me, I have a beam of light to catch", όπως λέει και ο Prot. 

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Les triplettes de Belleville (2003)

Το τρίο της Μπελβίλ είναι μια γαλλική παραγωγή κινουμένων σχεδίων. Τα δύο τρίτα της δουλειάς πρέπει να έχει γίνει στο χέρι. Χωρίς λόγια, μόνο με εικόνες, το έργο είναι ένα ποίημα σε ρυθμούς motown jazz και αναφορές στην εποχή που το μουσικό στερέωμα αποτελείτο από τις μεγάλες ορχήστρες. Σουρεαλιστικό χιούμορ, χαρακτήρες τραγικοί και παράλληλα αστείοι. Το μόνο κακό είναι ότι ο μεταφραστής ή η εταιρεία διανομής, ή δεν ξέρω και γω ποιός, αποφάσισε ότι δεν πρέπει να μεταφράσει τις επιγραφές του κόμικ (ούτως ή άλλως δεν υπάρχουν διάλογοι) με αποτέλεσμα όποιος δεν γνωρίζει γαλλικά και βασικά λατινικά(!) να χάνει το μισό χιούμορ της ταινίας!!! Οι περισσότερες επιγραφές χρησιμοποιούν πανέξυπνες παρηχήσεις & παραφράσεις, όπως για παράδειγμα το "In vivo veritas" (λατινικά, "Στην ζωή βρίσκεται η αλήθεια") που έχει μετατραπεί σε "In vino veritas" στην ταινία (που σημαίνει Στο κρασί βρίσκεται η αλήθεια). 

Γαλλία, δεκαετία του '60. Ο Champion ο αγαπημένος εγγονός της Madame Souza είναι ένα μοναχικό και μελαγχολικό παιδί. Η γιαγιά του προσπαθεί να βρει ποια είναι τα γούστα και τα ενδιαφέροντα του εγγονού της ώστε να πάψει να είναι θλιμμένος. Ξεκινάει αγοράζοντάς του ένα πιάνο, στη συνέχεια παίρνει ένα κουταβάκι, τίποτα όμως δεν καταφέρνει να του κεντρίσει το ενδιαφέρον. Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες ανακαλύπτει το πραγματικό του ενδιαφέρον σε ένα τετραδιάκι που κρύβει στο κρεβάτι του...τα ποδήλατα. Διαπιστώνοντας την αγάπη του αυτή, του αγοράζει ένα ποδήλατο, καθώς πιστεύει ότι είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να τον κάνει ευτυχισμένο. Το νεαρό αγόρι γίνεται τελικά ποδηλάτης με προπονητή την ίδια του τη γιαγιά η οποία τον παροτρύνει συνεχώς.Ύστερα από σκληρή προπόνηση χρόνων παίρνει μέρος στον παγκόσμιας φήμης ποδηλατικό γύρο της Γαλλίας. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, απάγεται μαζί με άλλους δύο ποδηλάτες, μυστηριωδώς από μια ομάδα μαυροντυμένων τύπων. Οι τύποι αυτοί είναι μέλη της γαλλικής μαφίας οι οποίοι διοργανώνουν μαύρα στοιχήματα με πρωταγωνιστές ποδηλάτες.Η γιαγιά του, έχοντας στο πλευρό της τον πιστό τους σκύλο Bruno και χωρίς καθόλου χρήματα, κάνει τα πάντα για να τον βρει και να τον σώσει, φτάνοντας μέχρι την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και την πόλη Μπελβίλ. Εκεί θα γνωρίσει το διάσημο «Τρίο», τρεις εκκεντρικές γριές, πρώην δημοφιλείς καλλιτέχνιδες του μιούζικ χολ της δεκαετίας του '30, οι οποίες αποφασίζουν να πάρουν την Madame Souza και τον σκύλο της Bruno υπό την προστασία τους και προθυμοποιούνται να τη βοηθήσουν να σώσει τον εγγονό της.

Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Οι κριτικοί κινηματογράφου είναι "κριτικοί τέχνης";

Πρόκειται για μια συζήτηση που επανέρχεται συχνά. Παλιότερα, είχε αποτελέσει και αντικείμενο έντονης συζήτησης σε μια κοινότητα ανθρώπων που είχαν ως επαγγελματικό ή/και ως αντικείμενο ενασχόλησης στον ελεύθερο χρόνο τους τον κινηματογράφο -το forum "cinemascope.gr" (μην το αναζητήσετε, η κοινότητα έκλεισε κάπου στο 2012, μετά από δεκαετή ένδοξη πορεία). Τα πάντα είναι αντικείμενο αξιολόγησης όταν υπάρχει κριτική σκέψη. Η κριτική – λέξη που κρατάει από τον Πλάτωνα και από εκεί πέρασε ατόφια στις ευρωπαϊκές γλώσσες, ταυτίζεται με την έκφραση γνώμης. Αποκλείεται να δούμε κάτι και να μην το κρίνουμε, όπως αποκλείεται να ακούσουμε μία κριτική και να μην μπούμε στον πειρασμό να την ανασκευάσουμε.

Η χρησιμότητα των κριτικών, κατά την άποψη μου, δεν θα πρέπει να περιορίζεται στο αν θα πρέπει να δώσουμε το Χ ποσό για να δούμε μία ταινία, αν θα πρέπει να δαπανήσουμε τον Ψ χρόνο για να επισκεφτούμε μιά gallery, αν θα πρέπει να καταναλώσουμε φαιά ουσία για να διαβάσουμε ένα βιβλίο, αλλά για να μας προσφέρουν μιά αλλοιώτικη οπτική γωνία, μία οπτική γωνία η οποία ίσως να μας διαφύγει. Αυτό ισχύει για όλους τους "κριτικούς τέχνης".

Ειδικά, ως προς του κριτικούς σινεμά θα προτιμήσω τον υπαινιγμό του Ambrose Bierce που αναφέρει ότι "Κριτικός είναι ένας άνθρωπος που διαλαλεί ότι είναι δύσκολο να ικανοποιηθεί επειδή κανείς δεν προσπαθεί να τον ικανοποιήσει". Η προηγούμενη απάντηση μου δεν αφορούσε στην θεωρητική πλευρά της ερώτησης: "Ναι", οι κριτικοί κινηματογράφου είναι "κριτικοί τέχνης", διότι ο κινηματογράφος είναι μορφή τέχνης.

Στην σημερινή εποχή, που όλοι είναι δικαστές απάντων και γνωμοδότες του σύμπαντος εξαιτίας της μη εμπαιδωμένης χρήσης των Μέσων προσωπικής έκφρασης (και όχι "κοινωνικής δικτύωσης" όπως λαθεμένα νομίζονται), η απάντηση αφορά στην πρακτική, καθημερινή πλευρά, στον τρόπο με τον οποίο φαίνεται να γράφονται οι κριτικές στις εφημερίδες και τα περιοδικά στην Ελλάδα σήμερα. Και ο τρόπος αυτός, σε περιπτώσεις που μετρώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, είναι σχετικά ικανοποιητικός ή χρήσιμος. Κατά την γνώμη μου, υπάρχουν τρεις κατηγορίες κριτικών. Θα τους διαχώριζα σε "κριτικούς ταινιών" (άνθρωποι με έλλειψη ειδικότερης παιδείας επί του σινεμά, αλλά με γνώσεις επί των σύγχρονων παραγωγών), "επαγγελματίες κριτικους κινηματογράφου" & "επαγγελματίες κριτικούς κινηματογράφου, που σέβονται τον εαυτό τους".

Στην πρώτη κατηγορία θα συναντήσεις αυτούς που μιλούν και γράφουν σε εξαιρετικά πομπώδη γλώσσα, που για να μιλήσουν για μιά ταινία χρησιμοποιούν έναν πρόλογο τριπλάσιο από τον ουσιαστικό σχολιασμό της ταινίας ή που απλά γράφουν αν η ταινία τους ικανοποιησε, χωρίς επιχειρηματολογία.

Στην δεύτερη κατηγορία θα συναντήσεις ανθρώπους οι οποίοι αντιμετωπίζουν το "σπορ" ως βιοποριστικό επάγγελμα, αλλά το παρουσιάζουν ως "λειτούργημα", όπως και εκείνους οι οποίοι δεν δίνουν δεκάρα για την χρησιμότητα του έργου τους για τους άλλους, αλλά απλά θέλουν να επιβάλλουν την γνώμη τους ως μονόδρομο: πρόκειται για αυτούς που  εκπλήσσουν τους κινηματογραφιστές πληροφορώντας τους τι ήθελαν να πουν με το έργο τους!!! Ανάμεσα τους συγκαταλλέγονται -κατά την προσωπική μου άποψη- πάνω απο τους μισούς "παλιούς", "έμπειρους" κλπ. έλληνες κριτικούς σινεμά.

Τέλος, στην τρίτη κατηγορία θα συναντήσεις εκείνους που γράφουν με σεβασμό προς την διαφορετικότητα των άλλων & την ποικιλία των απόψεων. Συνήθως στα σχόλια τους η προσωπική τους άποψη "έπεται" δεν προτάσσεται, ενώ είναι περισσότερο ανεκτικοί ακόμα και με ταινίες για τις οποίες λόγω παιδείας & εμπειρίας είναι φανερό ότι είναι λίγο δύσκολο να έχουν την καλύτερη των απόψεων. Η γλώσσα που χρησιμοποιούν φροντίζουν να είναι απλή και κατανοητή. Ξέρουν καλά άλλωστε, ότι ο σκοπός της γλώσσας δεν είναι ο εντυπωσιασμός, αλλά η επικοινωνία.

Κατά την γνώμη μου, και οι τρεις κατηγορίες κριτικών -όπως και η όποια άλλη κατηγορία που είτε δεν διακρίνω, είτε ανήκει στησφαίρα της προσωπικής κατηγοριοποίησης του καθενός που θα διαβάσει αυτή την μικρή προσέγγιση στο θέμα- ίσως θα ήταν ωφέλιμο να έχουν στο μυαλό τους, ότι ο ρόλος τους απαιτεί περισσότερο κατανόηση της διαφορετικότητας παρά επικριτική διάθεση, γνώσεις πάνω σε θέματα που αγγίζουν οι ταινίες -όχι για να διαπιστωθεί ο ρεαλισμός αλλά για να γίνει αντιληπτό το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκαν οι συντελεστές της για να αναπτύξουν κριτήριο του τι είναι σωστό και τι λάθος στο κλειστό σύστημα που αυτοί οι ίδιοι δημιούργησαν, και την  οξυδέρκεια να αντιληφθούν πως ακόμα και εαν ένας σκηνοθέτης/φωτογράφος/σεναριογράφος ή κάποια άλλη καίρια ειδικότητα που η δουλειά της αντικατοπτρίζεται τα μάλα στο αποτέλεσμα ή/και το διαμορφώνει, αναγκαστικά κινείται τόσο μέσα σε ένα εξωτερικό γενικότερο πλαίσιο όπως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται, όσο και σε ένα εσωτερικό πλαίσιο που ως φιλοσοφικό σύστημα διέπει την δουλειά του. Συνεπώς, εξαιτίας της ποπλαπλότητας των έργων τέχνης που δύναται να περιέχει μιά κινηματογραφική παραγωγή, ο κριτικός κινηματογράφου είναι ένας άνθρωπος που πρέπει να είναι σε θέσει να αντιληφθεί την πολαπλότητα του Μέσου, συνδυασμένη με μια αντίληψη μιας μη γραμμικής πραγματικότητας που στόχο έχει να υπηρετήσει ή και να διοδεύσει μια μαζική κουλτούρα, της οποίας αποτέλεσμα είναι ο κινηματογράφος. Αν ο κριτικός τέχνης πρέπει να ρέπει και προς την Φιλοσοφία, ώστε να αξιοποιεί τα δικά της εργαλεία στις προσεγγίσεις του, ο κριτικός κινηματογράφου θα πρέπει να έχει εμπαιδώσει τις αρχές της, ώστε ο ίδιος να μπορεί να αποδώσει ένα μη αυτο-αναφορικό αλλά πολύ  ευρύτερο απείκασμα, δεδομένου ότι ασχολείται με ένα  αντικείμενο που έχει πολύ ευρύτερη απεύθυνση.

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

La Science des rêves / The Science of Sleep (2006)


«Διάφανες αυλαίες είναι τα βλέφαρά μου: Όταν τα ανοίγω βλέπω οτιδήποτε, 
όταν τα κλείνω βλέπω τα πάντα» 
– Ανδρέας Εμπειρίκος 

«Αν η αγάπη είναι το όνειρο, η ζωή είναι ο ύπνος», μοιάζει να λέει στον θεατή ο σκηνοθέτης της ταινίας «Σε είδα στο όνειρο μου» Michel Gondry. Το Science of Sleep είναι μία πραγματικά περίεργη –εκτός από πρωτότυπη- ταινία που υπερβαίνει τα εσκαμμένα σε πολλά σημεία, με αποτέλεσμα δύσκολα να πεις «δεν μου άρεσε». Ωστόσο έχει ένα εγγενές μειονέκτημα: την σεναριακή ανάπτυξη καταστάσεων και χαρακτήρων. Η εμφανής δικαιολογία είναι ότι οι καταστάσεις είναι στην κυριολεξία ονειρικές και οι χαρακτήρες ζουν μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας.

O Gael García Bernal ενσαρκώνει τον Stéphane, έναν νεαρό που έρχεται στην Γαλλία μετά τον θάνατο του πατέρα του απόπ το Μεξικό μετά από προτροπή της μητέρας του, που είναι γαλλίδα. Ο Stéphane ζει όλη του την ζωή μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου με αποτέλεσμα συχνά να μην ξεχωρίζει το πραγματικό από το φανταστικό. Μετά από μία σειρά τυχαίων καταστάσεων ερωτεύεται την Stéphanie (Charlotte Gainsbourg), την γειτόνισσα του, την οποια αποφασίζει να εντάξει στον ονειρικό κόσμο του.

Η ταινία είναι ένα εικαστικό αριστούργημα. Τοπία και πόλεις ολόκληρες από χαρτί, σκηνικά από ύφασμα, νερό από σελοφάν και σύννεφα από βαμβάκι, ντύνουν μερικές από τις σκηνές στο ιδιαίτερο σημείο εκείνο που η πραγματικότητα συμβάλλει με το όνειρο. Η παιδική αφέλεια ως προς την τεχνοτροπία του εικαστικού μέρους εντείνει το άρωμα ονείρου από το οποίο εμφορείται η ταινία, ενώ ο κινηματογραφόφιλος θεατής θα βαρεθεί να μετρά σκηνοθετικά ευρήματα εκμετάλλευσης του σκηνικού αλλά και πρωτότυπες εικαστικές ιδέες στο επίπεδο των σκηνικών.

Σε ερμηνευτικό επίπεδο η ταινία είναι μάλλον μέτρια, όχι επειδή οι ηθοποιοί είναι κακοί στους ρόλους τους, αλλά περισσότερο επειδή ο ηθοποιός μοιάζει τόσο λίγος μέσα σε αυτή την πανδαισία χρωμάτων του σκηνικού. Ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας ίσως ήθελε λίγη περισσότερη δουλειά: η ενσάρκωση ενός τόσο υπερβολικά σουρεαλιστικού ρόλου δεν είναι εύκολο εγχείρημα και τα ιδιαίτερα «γήινα» φυσικά χαρακτηριστικά του Gael García Bernal δεν είναι τόσο κατάλληλα, παρά την «παιδική» φυσιογνωμία του προσώπου του.

Προσωπικά η ταινία μου άρεσε, θεωρώ ότι είναι αδύνατον να μην εντυπωσιάσει τον θεατή, ο οποίος σίγουρα θα περάσει δύο πολύ όμορφες και γεμάτες χρώμα ώρες, ωστόσο αφενός, δεν είναι μια ταινία κατάλληλη για όλα τα κοινά –κάποιοι ίσως την βρουν υπερβολικά παρανοϊκή, ή και βαρετή, αφετέρου δε, η ταινία δεν με άγγιξε. Δεν λέω, αξιέπαινη η προσπάθεια του σκηνοθέτη να μην εκμεταλλευτεί τον συναισθηματικό κόσμο του θεατή εγκαινιάζοντας από τη αρχή της ταινίας μία σαφή ταύτιση του με τον ήρωα, ωστόσο ο πρωταγωνιστής είναι τόσο υπερβολικός σε αυτά που ζει, ώστε δε νομίζω ότι μπορεί κανείς να ταυτιστεί μαζί του, με αποτέλεσμα η ταινία μεν να είναι να είναι αξιοθαύμαστη αλλά να μην είναι συγκινησιακά πλήρης.

Δεν είναι άστοχο να πει κανείς ότι η ταινία έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία καθώς ο σκηνοθέτης της ταινίας και συγγραφέας του σεναρίου της «Αιώνιας Λιακάδας ενός καθαρού μυαλού» το 2003 έφτιαξε μαζί με φίλους, συνεργάτες και συγγενείς του ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «I've Been Twelve Forever» στο οποίο αναπτύσσει την άποψη ότι ο ονειρικός κόσμος και οι μνήμες της παιδικής του ηλικίας μέχρι τα 12 του χρόνια είναι ο ουσιαστικός μηχανισμός που κινεί την καλλιτεχνική έμπνευση του ως ενήλικας. Σκηνοθέτης των βίντεοκλιπ των Bjork, Kylie Minogue, Chemical Brothers, Foo Fighters and Daft Punk, σκηνοθέτης των φανταστικών διαφημίσεων της βότκας Absolut, ο Gondry θεωρείται από πολλούς ως ο νέος Kubrick ενώ είναι βέβαιο ότι αποτελεί μία από τις σημαντικότερες «δυνάμεις» ανανέωσης του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

C.R.A.Z.Y. (2005)

To C.R.A.Z.Y. είναι αναμφισβήτητα ένα από τα καλύτερα πικρόγλυκα δράματα που έχω δει ποτέ στο σινεμά. Με μουσική επένδυση που από μόνη της εκκινεί συναισθήματα νοσταλγίας, είναι μιά ταινία που πραγματικά λυπάμαι που ο κινηματογραφόφιλος κόσμος αγνόησε θεωρώντας πιθανόν ότι θα δει μία ακόμα gay-themed ταινία, χάνοντας έτσι μία από τις καλύτερες και πιο ανθρώπινες ταινίες της χρονιάς που εκπνέει.

Για να αρχίσουμε να βάζουμε τα πράγματα στην θέση τους, η ταινία δεν έχει ως θέμα την ομοφυλοφιλία. Είναι μία ταινία με θέμα την ενηλικίωση στην διάρκεια των δεκαετιών 70’s και 80’s με όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ενήλικοι και ανήλικοι, σε μια χρονική περίοδο που όλος ο Δυτικός Πολιτισμός αναζήτησε -μέσα από συχνά ακραίες φόρμες έκφρασης- πορεία προς την ενηλικίωση του. Η ταινία θυμίζει τα άρθρα μουσικοκριτικών που αναφέρουν τις συγκεκριμένες δεκαετίες ως την «εφηβεία» της δυτικής μουσικής. Η ιστορία του Zach είναι αυτή ενός αγοριού που εκτός από όλες τις άλλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο καθένας μας στην εφηβεία του, έχει να αντιμετωπίσει επιπρόσθετα την πρόκληση να συμβιβαστεί ο ίδιος και οι άλλοι με την ιδιαιτερότητα του, σε μία εποχή που όλα αλλάζουν, που όλα ουσιαστικά είναι «ιδιαίτερα». Η μουσική παίζει κυρίαρχο ρόλο στην ταινία. Κάθε τόσο νότες του Charles Aznevour – τον οποίο μιμείται συχνά – πυκνά ο πατέρας του Zach, και η  Patsy Cline προσθέτουν ηχόχρωμα στον κόσμο των σταθερών αξιών των «μεγάλων», και οι David Bowie, Jefferson Airplane, και πολλοί άλλοι ακόμα χρωματίζουν τον κόσμο του Zach. Μετά από μία σύντομη εισαγωγή στην ατμόσφαιρα τους τέλους της δεκαετίας του ’60, η ταινία παίρνει φόρα και συγκρούεται με τον τοίχο. Ο Zach προσεύχεται να αλλάξει και να γίνει όπως τα αδέλφια του προκειμένου να έχει και πάλι την χαμένη αποδοχή του πατέρα του όπως στα παιδικά του χρόνια, ενώ η εποχή αυτή ξεκινά με μία απίστευτη σκηνή μέσα σε μία εκκλησία όπου το εκκλησίασμα και η χορωδία «ψέλνουν» το Sympathy for the devil. Το soundtrack θα πρέπει να αναζητηθεί από κάθε φίλο της εποχής της ταινίας, είναι πραγματικά απάνθισμα της εποχής του.

Για αυτούς που ανησυχούν αναφορικά με το τι θα δουν τα μάτια τους, να πω ότι τίποτα δεν δείχνεται, τα περισσότερα υπονοούνται και απλά κάποια από αυτά υπογραμμίζονται. Ανάλογα διακριτική είναι η διαλεκτική της ταινίας και για άλλα ζητήματα, όπως για το γεγονός ότι η μητέρα έχει έναν ιδιαίτερο ψυχικό δεσμό με τον γιό της, αλλά και πολλά άλλα, από τα «περίεργα» της εποχής.

Ιδιαίτερης μνείας πρέπει να τύχει η ερμηνεία του πρωταγωνιστή Marc-André Grondin στον ρόλο του Zach αλλά και αυτή της Danielle Proulx στον ρόλο της μητέρας. Ο Michel Côté εξαίρετος βετεράνος καναδός κωμικός ηθοποιός ενσαρκώνει τον πατέρα και αποτελεί το εφαλτήριο των περισσότερων κωμικών σκηνών ενδο-οικογενειακών καυγάδων. Γενικώς στο επίπεδο του casting έχει γίνει εξαιρετική δουλειά. Η σκηνοθεσία δίνει ιδιαίτερο ρυθμό και ορισμένες γωνίες λήψης προσθέτουν σημαντικά στην χιουμοριστική διάσταση των πραγμάτων.  Η ταινία έχει κερδίσει 10 Genie Awards στον Καναδά, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται καλύτερου σεναρίου, καλύτερης σκηνοθεσίας, καλύτερου Α’ ανδρ. ρόλου καθώς επίσης 13 Prix Jutras (τα τοπικά «όσκαρ» του Quebec), ενώ έχει αναγνωριστεί ως η κορυφαία καναδική παραγωγή για το 2005 με το Golden Reel Award και έχει επίσης λάβει το «Toronto International Film Festival Award for the Best Canadian Feature Film» το ίδιο έτος.

Εν κατακλείδι, το μαγικό φίλτρο της ταινίας για κάτι παραπάνω από δυόμιση ώρες σε κάνει να νοιώθεις ότι βρίσκεσαι εκεί, σε μιά γωνιά του σπιτιού που η κάμερα έχει παρελείψει να «δει» ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, αναπνέεις τον αέρα τους, νοιώθεις τα συναισθήματα τους που ξεχειλίζουν καθώς προσπαθούν να βρουν το εαυτό τους (οι έφηβοι, την ενηλικίωση, ο πρωταγωνιστής την λύτρωση και την αποδοχή και οι ενήλικοι την ωριμότητα και την ισορροπία, μέσα στον μικρόκοσμο του Μοντρεάλ , το οποίο εκτός από τον Καναδά της εποχής που απεικονίζει η ταινία, μετά το τέλος της βρίσκεται πλέον στην ψυχή μας.

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Σκηνές που το μυαλό αρνείται να ξεχάσει

...τον Κατράκη που τραγουδά ένα δημοτικό τραγούδι στα άγρια βουνά της ορεινής Αρκαδίας (νομίζω) στο "Ταξίδι στα Κύθηρα", τον τρελό του Amarcord του Fellini που έχει σκαρφαλώσει στην κορφή ενός "γυμνού" -λόγω φθινοπώρου- δέντρου & φωνάζει "θέλω γυναίκα", την σκηνή με τα σκουπίδια που τα στροβιλίζει ο άνεμος στο "American Beauty", το ψυγείο που "βρικολακιάζει" στο "Ρέκβιεμ για ένα όνειρο", την σκηνή με τον δωδεκάχρονο κωφάλαλο και την πόρνη στο "Vengo", την τελευταία σκηνή στο "Smoke", την λειτουργία στο "Happy Day" του Βούλγαρη, την σκηνή του τέλους στην τρίτη ιστορία της σπονδυλωτής ταινίας "Όλα είναι δρόμος" (πάλι του Βούλγαρη) όπου οι μπουζουκτσήδες συνεχίζουν να παίζουν στους αγρούς όταν οι μπουλντόζες γκρεμίζουν το σκυλάδικο, το πανηγύρι στο υπόγειο του "Underground" με την άπαιχτη μαϊμού, την διάσωση του χρυσόψαρου στο Dark City, το τηλεφώνημα από τον τηλεφωνικό θάλαμο του "Δαμάζοντας τα κύματα", λίγο πριν το τέλος της ταινίας, τον "Birdy" στην αρχή της ταινίας να τρώει το ωμό ψάρι, την σκηνή του τοκετού στο "Μωρό της Μακόν", την συνάντηση του "μάγειρά" στο πίσω μέρος του εστιατορίου του με τον "κλέφτη" με φόντο τα σκυλιά να τρώνε το σάπιο κρέας στο "Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του & ο εραστής της", τον βιασμό στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι", τους δολοφόνους της γιακούζα με τις μηχανές στο "Black Rain", την βασική καταδίωξη στο "Ronin",  πολλές διαφορετικές σκηνές στο "Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα", το κιόσκι της λίμνης στο "Ήρωας", την τελευταία σκηνή του "Ο βασιλιάς & ο δολοφόνος",  την σκηνή με το δέντρο στο "Η γραμματέας", το τηλεφώνημα του τέλους στα "Γλυκά δεκάξι",  την σκηνή με το βασιλικό φόρεμα πάνω στις ονειρικές σκάλες του "Το κελί", την σκηνή της δολοφονίας της κλίκας των ιρλανδών μπροστά στο αυτοκίνητο στο "Ο δρόμος της απώλειας",  τη σκηνή της αποκάλυψης του Σόζα στους "Συνήθεις Υπόπτους", τον ξυλοδαρμό του "Καζίνο", τον λοχαγό μπροστά στο "κλουβί του" στο "Η γέφυρα του ποταμού Κβάι", τον ινδιάνο στην καλύβα του "Νεκρού", το πρωινό ξύπνημα του Τομ Κρούζ στην αρχή του "Vanilla Sky",  το μπλουζ της ταινίας "Το παιχνίδι των λυγμών", την πρώτη φορά που είδα το "πλάσμα" στο Alien, τον ινδιάνο μάγο στο "Τελευταίο Κύμα", την σκηνή εξάσκησης με τα ραβδιά στο "Είμασταν κάποτε πολεμιστές", το πανηγύρι στο ποτάμι του "Στον καιρό των τσιγγάνων", την σκηνή με τα αγγίστρια που πετάγονται από τους τοίχους στο "Hellraiser", την σκηνή που ο ήρωας συνειδητοποιεί την πραγματικότητα στο "Ζουν ανάμεσα μας", την σκηνή του καουμπόι στο "Mullholand Drive", το μπλούζ στο "Blue velvet", την επίθεση του ακέφαλου καβαλλάρη στο υπόστεγο στο "Sleepy Hollow", την καταδίωξη μέσα στο ποτάμι στο "No mercy", την τελευταία σκηνή του "Scarface", η μάχη στο "Gangs Of New York", την σκηνή της απίστευτης μαστούρας ("είμαι πουλί με χρυσά φτερά"...) στο "Almost Famous",  την ποταμίσια μάχη στο "The Mission",  τους τίτλους αρχής του "Ταξιτζή"...

...και σίγουρα υπάρχουν πολλά ακόμη, αλλά κουράστηκα να γράφω. Η συνέχεια κάποια άλλη φορά.

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Lekce Faust (1994)

Ο τίτλος της ταινίας του τσεχοσλοβάκου υπερρεαλιστή σκηνοθέτη Jan Švankmajer σημαίνει επί λέξη "τα μαθήματα του Φάουστ" και είναι εξίσου ονειρική και γοτθική όσο οι περισσότερες ταινίες του. Ωστόσο, αξίζει ιδιαίτερου σχολιασμού εξαιτίας της ποικιλομορφίας αλλά και του δύσκολου εγχειρήματος να γυρίσει κανείς μια πρώτοτυπη, κατάδική του εκδοχή του έργου. Διότι, ο Φάουστ, κινηματογραφικά και θεατρικά μιλώντας, έχει επεξεργαστεί από πλείστους όσους σκηνοθέτες, και έχει αποδοθεί με πολλούς τρόπους, επιτυχημένους, ή/και λιγότερο επιτυχημένους, ώστε πλέον.  απόδοση του να είναι δύσκολο να ξεφύγει από την πεπατημένη. Όλη αυτή η παραγωγη θεατρικών και κινηματογραφικών έργων έχει βασιστεί, εν πολλοίς, μέχρι το 1994 που γυρίστηκε η ταινία, σε δύο αρχικά κείμενα για τον Φάουστ.  Στο έργο του Christopher Marlowe "The Tragical History of the Life and Death of Doctor Faustus" και στο κλασσικότερο έργο "Faust" του Johann Wolfgang von Goethe, που θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ξεκίνησε τον μυθο στην σύγχρονη μορφή του.

Η προσέγγιση του Jan Švankmajer είναι εντελώς διαφορετική. Αντί να πάρει ένα κείμενο και να το προσαρμόσει στις ιδέες και τις εμπνεύσεις του, δημιουργησε μία διαλεκτική με κάθε προγηούμενη επιλογή και μορφή ενσάρκωσης του έργου μέσα από ένα ατελείωτο κολλάζ. Κουκλοθέατρο (αν δεν υπήρχε αυτό το στοιχείο, οι πιο εξοικειμένοι με το έργο του θεατές θα ανησυχούσαμε, νομίζω), animation με πλαστελίνη, ζωγραφισμένες στο χέρι σκηνές και σκηνικά, χαρακτήρες παραμυθένιοι και σκοτεινοί, κινηματογραφικός φακός, φωτογραφία και σκηνοθεσία σοβιετικής εποχής με τα λιτά μέσα που δίνουν per se φτωχογειτονιές της Πράγας, και μίξεις ύφους όπερα, θεάτρου και κινηματογράφου - σημεία αναφοράς σε προηγούμενες απόπειρες προσέγγισης των έργων που προαναφέρθηκαν.

Οι ανομοιότητα στις προσεγγίσεις των κομματιών που συναποτελούν την ταινία δεν προκαλεί ...αρρυθμία στην κεντρική διήγηση, αλλά συμβάλλει αποφασιστηκα στην οενιρώδη ατμόσφαιρα. Ο αυστραλός συγγραφέας και γνωστός κριτικός κινηματογράφου David Heslin, σημειώνει σε κείμεο κριτικής παρουσίασης της ταινίας το 2014 "Rather than merely compiling many sources into a kind of Faust mixtape, Švankmajer’s film transcends conventional linear narrative altogether, to the point where the end result resembles a dream. While it is not explicitly presented as such – there is no framing device; no Chitty Chitty Bang Bang epilogue – the intention is clear: it is as if an unseen protagonist has, following a visit to an old Prague puppet theatre, fallen asleep at home surrounded by printed adaptations of Faust as Charles Gounod’s opera tinkles from the clock radio. Perhaps we might call this protagonist “Švankmajer”".

Οποιος έχει διαβάσει τον Φάουστ του Marlowe και του Goethe θα ανακαλέσει με ευκολία την ανάγκη των πρωταγωνιστών να ξεφυγουν προς μια δικιά τους σχεδόν άλογη κατεύθυνση απόλυτης ελευθερίας, ιδίως από το πεπρωμμένο, που, στο τέλος, θα συντριβεί ως μάταιη. Στην περίπτωση του Švankmajerο πρωταγωνιστής εξ αρχής ταυτίζεται με μια κούκλα κουκλοθεάτρου:σε ό,τι κάνει, κάποτε αλλά όχι πάντα, υπάρχει μία "χείρ εξ ουρανού" που επιβάλλει τις κινήσεις του. Μονάχα η περιέργεια του για τα πράγματα τον οδηγεί να αμφισβητήσει τα δεσμά, αλλά, σύντομα, και πάλι σε αυτά επιστρέφει. Η εξάρτηση του από ένα πάγιο και πεπερασμένο σχέδιο γίνεται αισθητή και με έναν πιο υπερρεαλιστικό τρόπο. Μέσα από μια εξαιρετική σεκάνς καλεί και καταφέρνει να επιβάλλει την εμφάνιση του Μεφιστοφελή, αλλά, στον διάλογο μαζί του, κρατάει ένα σημειωματάριο με τις ατάκες του, ώστε να μην χάσει τα λόγια του στον διάλογο. Ο Φάουστ του Švankmajerζει τις ζωές άλλων Φάουστ. Κάποτε, εγκιβωτίζεται μέσα σε μια άλλη κούκλα κουκλοθεάτρου και παίζει τον δικό της ρόλο. Στην αρχή και κοντά στο τέλος ο Φάουστ - πρωταγωνιστής συναντά τον Φάουστ - αλλόφρωνα φεύγοντα, χάνοντας και το βασίλειο της μοναδικότητας, πέρα από την αυτοδιάθεση και την ελευθερία βούλησης. Όλο το έργο εμφανίζεται σύννομο με το κυρίαρχο δόγμα του Καλβινισμού ότι  οι άνθρωποι είναι είτε προγνωρισμένοι και προορισμένοι για αιώνια δόξα και τον παράδεισο, είτε προγνωρισμένοι και προορισμένοι για την αιώνια καταδίκη.

Είναι πραγματικά άδικο, αλλά, τελευταίο στοιχείο της ταινίας άφησα την δραματική ένταση που επιτυγχάνει ο πρωταγωνιστής   Petr Čepek, του οποίου ο πρωταγωνιστικός ρόλος στο έργο έμελλε να είναι ο τελευταίος της ζωής του. Το δραματικό βάθος της ερμηνείας του δεν επιδέχεται περιγραφής: αποτελεί από μόνο του λόγο να δει κανείς την ταινία και θα πρέπει να διδάσκεται στις Δραματικές Σχολές.

Αν θα έπρεπε να την χαρακτηρίσω, θα έλεγα ότι είναι ένα δράμα φιλοσοφικού αναστοχασμού, με αισθητική μαγικού ρεαλισμού, που, παράλληλα, καταφέρνει να είναι μια ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική ταινία. Και εάν υπήρχε ως κατηγορία το "Αριστούργημα" σίγουρα θα καταλάμβανε μία από τις πρώτες θέσεις.

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

I'm Not There (2007)

Είναι γνωστό στους δημοσιογράφους ως «ο τρόμος της λευκής σελίδας», ή στη δική μας περίπτωση «ο τρόμος του κενού εγγράφου»: έτσι ονομάζεται ο δισταγμός του συγγραφέα ενός άρθρου όταν θέλει να περιγράψει κάτι τόσο καλό που φοβάται ότι οι λέξεις είναι πολύ φτωχές για να αποτυπώσουν. Ακριβώς αυτό συμβαίνει με τη νέα ταινία του Todd Haynes: ο γραπτός λόγος είναι πολύ «λίγος» για να περιγράψει τη πληρότητα των εικόνων που διέρχονται μπροστά από τον θεατή αυτά τα 135 λεπτά που διαρκεί η ταινία «I’m not there».

Πότε μίαν ταινία λέμε ότι ανοίγει νέους δρόμους; Όταν προβάλλει με πρωτότυπο τρόπο, διαφορετικό απ’ ό,τι έχουμε δει μέχρι σήμερα, το θέμα της. Όταν ανοίγει νέους δρόμους σκηνοθετικά, δραματουργικά, αφηγηματικά. Το “I’m not there” λοιπόν ανοίγει έναν νέο δρόμο. Αυτόν της έμμεσης αλλά όχι άσχετης αναφοράς στο αντικείμενο. Το αντικείμενο της είναι μία βιογραφία του Bob Dylan. Οι συντελεστές της ταινίας επέλεξαν να περιγράψουν την πορεία του Bob Dylan μέσα από μία ταινία καταγραφής των πολλών και ποικίλλων διαφορετικών τρόπων με τους οποίους η σύγχρονη με τον καλλιτέχνη Αμερική -και σε κάποιες περιπτώσεις ο υπόλοιπος κόσμος- τον αντιλήφθηκε. Η ταινία δεν δείχνει τον Bob Dylan: αυτός ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ.

Η ταινία καταγράφει μέσα από έξι διαφορετικούς χαρακτήρες τον τρόπο που οι σύγχρονοι του, σε όλη τη πορεία της καριέρας του αντιλήφτηκαν τον Bob Dylan: εχθρικά, φιλικά, επικριτικά ή με θαυμασμό, ανάλογα με την κρίση του καθενός. Παιδιά της εποχής τους όλοι οι χαρακτήρες εκτός από έναν, αυτόν που ενσαρκώνει η Cate Blanchett, η μούσα του σκηνοθέτη -και ως χαρακτήρας- του σεναριογράφου, στον καλύτερο -κατά την άποψη του γράφοντος- ρόλο της καριέρας της. Η εμφάνιση της στο προσκήνιο είναι η μόνη στιγμή που ο Dylan κατά κάποιο τρόπο είναι εκεί. Η ομοιότητα της με τον χαρακτήρα είναι τέτοια ώστε αμέσως γίνεται κέντρο του μικρού παράξενου σύμπαντος που έχει δημιουργήσει ο σκηνοθέτης. Η μόνη σύνδεση με τον τροβαδούρο της ροκ οι original εκδόσεις των κομματιών που ακούγονται.

Πως να μιλήσει κανείς για την αναπαραγωγή της εποχής σε μιά ταινία που η εποχή γράφεται με τα πρόσωπα αυτών που τη ζήσαν: Εξι ηθοποιοί - Cate Blanchett, Ben Whishaw, Christian Bale, Richard Gere, Marcus Carl Franklin, Heath Ledger- και ο Kris Kristofferson ως αφηγητής, έχουν επιστρατευτεί για να ενσαρκώσουν τα παιδιά της εποχής του που προσδιορίστηκαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έναντι του τροβαδούρου. Τα τραγούδια του έχουν αξιοποιηθεί ως μέρη του σεναρίου με αριστουργηματικό τρόπο, κι ίσως γι αυτό αξίζει να αναφέρει κανείς ότι ο μη αγγλόφωνος θεατής θα είναι πάντα ίγο αδικημένος: κανένας υπότιτλος δεν είναι ικανός να αποδώσει πλήρως τους στίχους, αν και περιέργως έχει γίνει σχετικά καλή δουλειά σε αυτό το θέμα και στους ελληνικούς υπότιτλους.

Ο Todd Haynes είναι ένας φορμαλιστής σκηνοθέτης που του άρεσει να πειραματίζεται: το είδαμε στον queer κόσμο του «Poison», στο glam rock του «Velvet Goldmine», στη τρομολαγνεία για τα περιβαλλοντικά ζητήματα με το «Safe» ή στη μελλοδραματική ταινία που αναπαράγει την ατμόσφαιρα των ‘50s «Far From Heaven». Σε όλες τις ταινίες του ο ηθοποιός έχει ιδιαίτερο ρόλο, σε κάθε περίπτωση όμως παύει να είναι ο εαυτός του, πάντα γίνεται 100% κάποιος άλλος. Υπό την επήρεια της μανιέρας μεγάλων δημιουργών «ατμόσφαιρας» όπως ο Jean-Luc Godard  και ο Richard Lester (θα το διαπιστώσετε αν προσέξετε το σημείο της αναφοράς στη Βρετανία των Beatles στη ταινία), αλλά και στον εκπληκτικό ρόλο της Blanchett.

Αντίθετα με άλλες ταινίες ο ρόλος των spoilers σε αυτή τη περίπτωση είναιν σωτήριος, η έλλειψη τους καταστροφική. Ο θεατής θα πρέπει να ξέρει ότι δεν θα δει τη βιογραφία του Bob Dylan, αλλά θα παραστεί μάρτυρας στην ανάπλαση του βλέμματος του θεατή, του ακούσματος του ακροατή, της αντίδρασης του αντιδραστικού, της συγκίνησης του ταυτισμένου. Λέμε συχνά ότι η άποψη εξαρτάται από την οπτική γωνία του θεατή: αυτή την οπτική γωνία μας δείχνει ο σκηνοθέτης. Μόνο που δεν πρόκειται για μια οπτική γωνία, αλλά για περισσότερες, συχνά αντικρουόμενες καθώς ο Dylan ήταν παιδί μιας εποχής που σημάδεψαν οι αντιθέσεις, οι συγκρούσεις, οι αντιπαραθέσεις, η αγάπη & ο έρωτας, η μουσική.

Αν κάποιος σας ζητήσει να διακρίνετε ένα δευτερεύον στοιχείο της ταινίας που έχει αξιοποιηθεί στο μέγιστο βαθμό, η βέβαιη απάντηση θα αφορούσε το casting. Ξεκινώντας από τον 14χρονο Marcus Carl Franklin, ο οποίος επιλέχθηκε για να ενσαρκώσει τον υπερβολικό «αλητάκο» Woody (φόρος τιμής στον Woody Guthrie) που όλη του τη ζωή ήταν ο τραγουδιστής, συνεχίζοντας με τον Arthur (αναφορά στον αγαπημένο ποιητή του Dylan Αρθούρο Ρεμπώ (Arthur Rimbaud) που ενσαρκώνεται από τον Ben Whishaw. Η πορεία της ταινίας συνεχίζεται με τον Christian Bale και την ενσάρκωση δυο χαρακτήρων, αυτόν του λαϊκού τροβαδούρου Jack και του αφιερωμένου στη θρησκεία και τη κατάνυξη μέσα από το «χριστιανικό ροκ» πάστορα John, τον προσφάτως εκλιπόντα Heath Ledger ο οποίος επιλέχθηκε να ενσαρκώσει τον Robbie, έναν ηθοποιό που ερμηνεύει το ρόλο του Dylan σε μία βιογραφική ταινία που γυρίζεται μέσα στη ταινία και που η σχέση του με τη ζωγράφο γυναίκα του (Charlotte Gainsbourg) αναπαριστά τον γάμο και το διαζύγιο του με την Sarah Lownds. Το τελευταίο μέρος της ταινίας, και ίσως το πλέον δύσκολο από σκηνοθετικής και ερμηνευτικής απόψεως, αναπαριστά μέσα από την ερμηνεία του Richard Gere ως Billy, πως είδε η Αμερική τον τραγουδιστή όταν αυτός ερμήνευσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Sam Peckinpah «Pat Garrett & Billy the Kid».

Δεν ξέρω τι θα πρέπει να συμβουλεύσω αυτόν που δεν έχει δει ακόμα τη ταινία. Ίσως θα πρέπει να ακούσει προσεχτικά το «Blowin’ in the wind» από τον τραγουδιστή πριν τη δει. Ίσως πάλι να πρέπει να φυλάξει την ακρόαση του κομματιού για μετά το τέλος της, για παρηγοριά που τελείωσε, όπως κάνω εγώ κάθε φορά που τη  ξαναβλέπω.

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Γιάννης Καστρίτσης | Ο άνθρωπος και ο ίσκιος του



Το πορτρέτο του εικαστικού Γιάννη Καστρίτση: ένα οδοιπορικό σε έναν κόσμο εικόνων, πραγμάτων και ανθρώπινων μορφών, καταγράφεται στο ντοκιμαντέρ Γιάννης Καστρίτσης: Ο άνθρωπος και ο ίσκιος του, του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου. To ντοκιμαντέρ επιλέχθηκε στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης
Προβολές
Τετάρτη 8/3/2017
Αίθουσα Παύλος Ζάννας, Κτίριο Ολύμπιον, Πλ.Αριστοτέλους, 20:00
Πέμπτη 9/3/2017
Αίθουσα Τόνια Μαρκετάκη, Αποθήκη Δ, Λιμάνι, 13:00

Ο Γιάννης Καστρίτσης γεννήθηκε το 1960 στη Δάφνη Ευρυτανίας. Σπούδασε Ζωγραφική στην Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης από το 1985 έως το 1990 στο εργαστήριο του Βαγγέλη Δημητρέα. Συνέχισε τις σπουδές του στο μεταπτυχιακό τμήμα του Brooklyn College της Νέας Υόρκης από το 1990 έως και το 1993. Παράλληλα με τη ζωγραφική ασχολείται  με τη φωτογραφία και την γλυπτική. Από το 1997 διδάσκει ζωγραφική στο Τ.Ε.Ι. Αθηνών, τμήμα Γραφιστικής και από το 2007 στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλώρινας. Έχει εκδώσει τούς προσωπικούς καταλόγους: Ο Κόσμος των πραγμάτων 2004, Στη μεγάλη Λακκούβα 2006, Ο άνθρωπος και ο ίσκιος του 2010, Η αμφιβολία του Σεζάν 2011, Βίων Ερμηνεία 2012

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Judoka (short documentary)


>
This short documentary tells the story of Doug Rogers, a young Canadian athlete who developed a talent for judo that led him into competition for the world championship at the Tokyo Olympics and subsequent competition at the Pan-American Games. The film shows the intensive judo training Rogers took at a Tokyo college, as well as glimpses of his life in Japan.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Σημασία Έχει ν' Αγαπάς (1975)

Φέτος, την νύχτα της 16ης προς την 17η Φεβρουαρίου έφυγε, νικημένος από τον καρκίνο, σε ηλικία 75 χρονών ο Andrzej Zulawski, άρα είναι μάλλον αργά για επιμνημόσυνη αναφορά, δεν είναι όμως ποτέ αργά να διορθώσει κανείς ένα λάθος, ιδίως αν αυτό αφορά ένα κινηματογραφικό αριστουργημα που μισο-ηθελημένα παρέλειψα να δω. Την προσοχή μου στον Zulawski  έστρεψε άλλο μέλος της διαδικτυακής κοινότητας του cinemascope.gr (2001-2011 περίπου) επισημαίνοντας σωστά την αγάπη μου για δύο άλλους εξαιρετικούς Πολωνούς σκηνθέτες, τον Krzysztof Kieślowski και τον Andrzej Wajda. Στην εκτίμηση του έκανε ένα λάθος: αγνόησε την αντιδραστικότητά μου στο εγκαθιδρυμένο, όταν μου συνέστησε να δω το "αριστούργημα του", μετά ή πριν από το οποίο δεν άξιζε -κατά  την γνώμη του τοτινού συνμιλητή μου- να δω καμία άλλη ταινία του. Δεν είμαι ο άνθρωπος που θα δω αυτό που όλοι μου λένε ότι είναι το αριστούργημα ενός σκηνοθέτη πρώτο. Θα ξεκινήσω με μια - δυό άλλες ταινίες, καλά σχολιασμένες, ανεξάρτητα χρόνου, και μετά θα καταλήξω στο "αριστούργημα". Ομοίως και στην μουσική: αν τα Best of πόνταραν σε πελάτες σαν εμένα, δεν θα υπήρχαν στην δισκογραφία. Ξεκίνησα με το Possession (1981), στο οποιο ο σκηνοθέτης συνεργάστηκε υπέροχα με την Isabelle Adjani, και συνέχισα με το κάπως πιο απλοϊκό Fidelity (2000). Μετά, ξέχασα τον Zulawski για μερικά χρόνια.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε ο Zulawski  ξαναήλθε την επιφάνεια, στην διάρκεια της συζήτησης μου για σινεμά, μουσική και τέχνη με μια ζωγράφο. Μου ανέφερε το "Σημασία έχει ν' αγαπάς" ως την αγαπημενη της ταινία, και μου σύστησε να την δω, αν δε το είχα ήδη κάνει. Το έκανα μόλις σήμερα, και βυθίστηκα σε μια σκοτεινή υπαρξιακή δυστοπία που ξεφεύγει με μαεστρία προς την υστερία, χωρίς ποτέ να ενδίδει πλήρως. 

Εχοντας διαβάσει συγκρίσεις με το έργο του Ντοστογιέφσκι  -από το οπόιο άλλωστε ο σκηνοθέτης έχει αντλήσει την έμπνευση του για δύο άλλες ταινίες του, θα συμπλήρωνα στην ατμόσφαιρα λίγο από Pascal Bruckner ("Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα" -και, σαφώς αναφέρομαι στην ατμόσφαιρα του βιβλίου, καθώς η ταινία μάλλον κάνει για νανούρισμα για ανήλικα μπροστά στο αρχικό κείμενο) ή/και από τις πιο μαύρες σελίδες του Σελίν ("Ταξίδι στην άκρη της νύχτας"). Λέγεται συχνά ότι το Πολωνικό σινεμά είναι θλιμμένο ακόμα και στις κωμωδίες του, όμως η συγκεκριμένη ταινία δεν είναι θλιμένη: είναι αμείλικτη, σκληρή, δυστοπική και επώδυνη, αλλά, παράλληλα, με έναν περίεργο τρόπο ρομαντική & τρυφερή, σχεδόν λεπταίσθητη. 

Ένας φωτογράφος συναντά τυχαία σε ένα σετ γυρίσματος μια ξεπεσμένη δευτεροκλασάτη ηθοποιό την οποία ερωτεύεται και προσπαθεί, υπό το βλέμμα του καταθλιπτικού και γεμάτου τικ συζύγου της, να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία χρηματοδωτόντας μια θεατρική παραγωγή του «Ριχάρδου ΙΙΙ», με δανεικά χρήματα από τους μαφιόζους εργοδότες του. Ο κόσμος που πλαθει ο Zulawski είναι διάσπαρτος με χαρακτήρες θεατρίνων σε αναζήτηση του σοβαρού ρόλου της καριέρας τους, που, θα γίνει παράλληλα ρόλος της ζωής τους, και νοηματοδοτώντας την πραγματική ζωή τους, σε ρεαλιστικό, αλλά και σε υπαρξξιακό επίπεδο. Αντιλαμβάνομαι την ταινία σαν μία πολύ ενδιαφέρουσα ανάγνωση της ζωής σαν θέαμα, αλλά και ένα μεγάλο σχόλιο πάνω στον χώρο του θεάματος, ο οποίος στην σύγχρονη εποχή δεν περιγράφει την ζωή αλλά την δομή και την επανακαθορίζει, συχνά και την υποκαθιστά. Ο νατουραλιστικός ρεαλισμός των πλάνων και το κοφτό μοντάζ, είναι το κάδρο μέσα στο οποίο το ακραίο στυλιζάρισμα πολλών από τις σκηνές αποδίδει υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα που ρέπει προς τον παροξυσμό, αλλά αποδίδει ένα ποίημα. Ορφανές μπάσες νότες πηγάζουν από του μουσικό φόντο σε καίριες στιγμές προσθέτοντας τεχνηέντως αγωνία στο σκηνικό. Άξια μνείας είναι και η τέλεια συγχρονσμένη με τα πλάνα μουσική. 

Η ταινία είναι εικαστικότατη. Η ερμηνεία της Romy Schneider παίζει να είναι και η καλύτερη της καριέρας της. Ένα στοιχείο που προσέχει κανείς μόλις δει έστω και μια δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη είναι οι ερμηνείες που αποσπά από τις γυναίκες ηθοποιούς. Με έναν μαγικό τρόπο οι γυναικείες ερμηνείες στις ταινίες του έχουν ως κοινό στοιχεία όχι κάποιον ευανάγνωστο μανιερισμό, αλλά εξαρετικής ισορροπίας δραματικότητα που ρέπει προς την υπερβολή χωρίς ποτέ να την αγγίζει. Συνολικά, η ταινία είναι εξαιρετική. Το κατά πόσον θα γίνει και δικιά μου αγαπημένη, δεν θα το πω με βεβαότητα πριν την δεύτερη θέαση της. Ας πούμε ότι προς το παρόν αρκούμαστε στο ερωτικό σκίρτημα.  

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

A Brief History of Time (1991)

Αν κάθε ιστορία που θα διηγηθούμαι έχει ένα ηθικό δίδαγμα, έναν απώτερο σκοπό που νοηματοδοτεί τα γεγονότα ώστε να μην εκφυλιστεί σε μια απλή απαρίθμηση, η ταινία "A Brief History of Time" του Errol Morris που βγήκε στις αίθουσες το 1991 μοιάζει να έχει σκοπό να δείξει ότι η προσαρμογή του Stephen Hawking στην εκφυλιστική νόσο που τον καθήλωσε μόνιμα ημιθανή σε ένα αναπηρικό αμαξίδιο ήταν το εργαλείο που του επέτρεψε να εκμεταλευτεί το μέγιστο της μεγαλοφυίας του.

Έχοντας διατυπώσει την παραπάνω πρόταση, προχωράω με μια σύντομη προσέγγιση μιας εξαιρετικής ταινίας. Ο ενημερωμένος αναγνώστης, ιδίως εκείνος που έχει background στις θετικές επιστήμες, γνωρίζει την έκδοση του σχεδόν ομώνυμου βιβλίου "A Brief History of Time: From the Big Bang to Black Holes" το 1988 (κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, αν και, με κάποια καθυστέρηση, υπό τον τίτλο "Xρονικό του Xρόνου", από τις εκδόσεις Κάτοπτρο το 2000), πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία. Ωστόσο, αυτό που δεν γνωρίζει μέχρι να την παρακολουθήσει είναι ότι, αντίθετα από το βιβλίο, η ταινία δεν είναι επικεντρώνεται στην εξήγηση της σύγχρονης κοσμολογίας, όσο στην βιογραφία του ίδιου του  Hawking, και, παράλληλα, στην πορεία της ανακάλυψης και τεκμηρίωσης των θεωριών του ιδίου και άλλων λαμπρών επιστημόνων του πεδίου που εμφανίζονται σε αυτή. Κι ίσως να αφήνει μικτές εντυπώσεις η αναφορά μου στο φίλμ ως ταινία και όχι ως ντοκιμαντέρ, αλλά, μιας και στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τις ταινίες τεκμηρίωσης ως ένα βαρύ θεάμα εκαπιδευτικού προσαατοολισμού, σκέπτομαι ότι θα μπορούσαμε να συμβιβαστούμε ονομάζοντας το "A Brief History of Time" ταινία χωρίς ηθοποιούς.

Η ταινία τεκμηρίωσης που παρακολουθεί ο θεατής δεν υπολείπεται σε τίποτα από μία πληρη κινηματογραφική παραγωγή: υπάρχουν οι πρωταγωνιστές, η ιστορία, υπάρχει το acting, η δραματουργία των χαρακτήρων και μάλιστα με μια μεγάλη πρωτοτυπία: τους ενδαρκώνουν οι ίδιοι οι επιστήμονες, που ανακαλούν αναμνήσεις από τα φοιτητικά χρόνια, από τις ανακαλύψεις, από τις διαφωνίες, από τις συμφωνίες, από τις συγκινητικές στιγμές που επιφυλάσει η μοίρα στα λαμπρά πνεύματα να αναθεωρούν την επιστημονική αλήθεια. Ακόμα, η ταινία έχει ρυθμό, εξαίρετο μοντάζ, ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία. Στα trivia ίσως θα σας ενδιέφερε μάλιστα να μάθετε ότι κανένα από τα sets της ταινίας δεν είναι ένα  φυσικό και απέριττο οικιακό περιβάλλον, όπως θα εικάσετε βλέποντας την, αλλά, αντίθετα, είναι σκηνικά, που κατά την επιλογή του σκηνοθέτη, εναρμονίζονται με την ιτορία και τις πτυχές της, όπως επίσης με την προσωπικότητα του καθενός που μιλά, έτσι ώστε να μην κυριαρχούν μηδέ να κυριαρχούνται από τον ομιλητή. 

Μια ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στους επιστήμονες που εμφανίζονται. Τούτοι είναι -κατά την αμφισημία της ετυμολογίας της αρχαίας λέξης- "ηθοποιοί", αφού δεν δημιουργούν μεν έναν χαρακτήρα που δεν είναι ο δικός τους, όπως θα έκανε ένας επαγγελματίας ηθοποιός του κινηματογράφου, ποιούν, ωστόσο, το ήθος του θεατή, που παρακολουθεί από τα γεμάτα χαρά, ικανοποίηση και νοσταλγία για τον καιρό των επιστημονικών ανακαλύψεων που συνέβαλαν τόσο στην προέλαση της επιστημονικής γνώσης πρόσωπα που παρελάυνουν στην οθόνη να μιλούν για τον άνθρωπο που αποτέλεσε το επίκετρονο των ανακαλύψεων. Συνδετικός ιστός σε όλα τούτα ο ίδιος ο Stephen Hawking, που με την μηχανική φωνή του και τον απλούστερο τρόπο διηγείται και εκλαϊκεύει τις πλέον δύσκολες έννοιες της σύγχρονης Φυσικής και της Κοσμολογίας, αλλά και  η μητέρα, καθώς και κάποιοι παιδικοί φίλοι του. 

Η θεάση της ταινίας με άφησε με ένα συναίσθημα ικανοποίησης κα χαράς. Ακόμα κι αν η Κοσμολογία, η Φυσική και τα Μαθηματικά λίγο εντάσσονται στο γνωστικό πεδίο μου, πέρασα 85' περίπου της διάρκειας της με εξαιρετικα ευχάριστο τρόπο, κι αν έμαθα κάτι, αυτό είναι λιγότερα για τις μαύρες τρύπες, και περισσότερο για την ικανοποίηση να μετατρέπεις κάθε δυσκολία σε ευκαιρία.

Περισσότερα στοιχεία για την ταινία ανακαλύπτετε ΕΔΩ.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Π (1998)

Από όποια ταινία του Darren Aronofsky κι αν ξεκινήσει κάποιος βουτά σε άγνωστα νερά. κι αν η ποιητική σχεδόν τούτη παρατήρηση ισχύει για το "Ρέκβιεμ για ένα όνειρο", ή για το "Fountain", είναι ακόμα ισχυρότερη για το "π", την πρώτη ταινία του δημιουργού. Ακριβώς όπως συμβαίνει και στην περίπτωση των εικαστικών τεχνών, έτσι και στον κινηματογράφο, υπάρχουν δυό λογιών καλλιτέχνες: ειναι αυτοί που κατασκευάζουν ένα έργο και αυτοί που το δημιπυργούν. Οερισμένως, είναι οι άνθρωποι που γεννούν τέχνη και παράγουν έργο, και εκείνοι που δημιουργούν μια νέα αυτοελή μορφή, λαμβάνοντας τον ρόλο του Θεού. Βλέποντας ξανά και ξανά τις κορυφαίες από τις ταινίες του Aronofsky δεν μου έχουν μείνει πολλές αμφιβολίες ότι ο σκηνοθέτης και παραγωγός ανήκει στην δεύτερη κατηγορία -είναι δημιουργός, όχι απλά καλλιτέχνης.

Η πρώτη ταινία του,  "π" που μόλις είδα ξανά, ξεφεύγει από μια δουλειά που αναμένει κανείς από έναν νέο δημιουργό και δικαίως παραμένει για πολλούς η καλυτερη ταινία του. Αν και δεν έχει την πληρότητα και κινηματογραφική αρτιότητα των άλλων, το πνεύμα και η υλοποίηση του υπερρεαλιστικού ψυχολογικού αυτού  θρίλερ αποτελείται από ένα συνολο σπανιοτήτων που γεννούν τη μοναδικότητα της. Προκαλώ οποιονδήποτε να ξαναδεί τον "Ανδαλουσιανό σκύλο" των Μπουνιουέλ - Νταλί για να νιώσει την ομοιότητα τους. Η ταινία βρίσκεται στο περιθώριο της κοινής εμπειρίας του κινηματογράφου ως μαζικής κουλτούρας και ρέπει με στιβαρά βήματα προς επίρρωσιν της ορθότητας κατηγοριοποίησης του Κινηματογράφου ως έβδομης τέχνης. Με έντονες επιρροές από τον Γερμανικό εξπρεσσιονισμό (ή, άραγε, με παρόμοια ζητούμενα σε νοητικό και αισθητικό επιπεδο;) με κάτι από τον μυστικισμό του Jorge Luis Borges και τις δυστοπίες του Franz Kafka, η τιανία είναι γυρισμένη σε άσπρο - μαύρο, με μεγάλο κοντράστ, χωρίς σχεδόν καθόλου γκρίζο. Τα πάντα αποτελούνται από φως ή/και την έλλειψη του, όπως άλλωστε, και το μεγαλείο του πρωταγωνιστή του, που στα έξι χρόνια του αποφάσισε να αντικρύσει κατάματα τον ήλιο, έχασε το φως του, αλλά είδε τον Θεό.

Αν και οι ετικέτες σπάνια οφελούν την συζήτηση για ένα αριστούργημα, η ταινία ανήκει στο φιλοσοφικό και το εικαστικό είδος κινηματογράφου που απευθύνεται σε ένα κοινό με τις ανάλογες αναζητήσεις. Η φόρμα του έργου αντιμετωπίζει τη αισθητική εργαλειακά, σε βαθμό ικανό να στραγγαλίσει με χορδή πιάνου όσους αναζητούν το "ωραίο", αλλά, αντίθετα, ανταμείβει όσους θα αναγνώριζαν την ομορφιά ακόμα και στις χαραμάδες της κόλασης. 

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

And Then There Were None (2015)

Το μυθιστόρημα της Agatha Christie έχει διέλθει μία σειρά από μεταμορφώσεις, τόσο ως προς τον τίτλο όσο και ως προς τον τρόπο με τον οπίο έχει ερμηνευτεί στο παρελθόν. Πέρυσι το BBC τίμησε για μια ακόμη φορά την φήμη του για ποιοτικές και ξεχωριστές για την καλαισθησία τους παραγωγές και αποφάσισε να προσθέσει την δική του εκδοχή. Δώδεκα εξαιρετικοί ηθοποιοι, εκπληκτική φωτογραφία, και εμπνευσμένη σκηνοθεσία, παράγουν μία ατμόσφαιρα ψυχρού τρόμου και αινιγματικού μυστηρίου, με μάλλον λιτά μέσα.

Η αλληγορία του έργου, που παρουσιάζει τις σκοτεινότερες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης ως θύτες και ταυτόχρονα θύματα, υπερθεματίζεται από ένα έξοχο cast. O καρατερίστας άγγλος ηθοποιός και αγαπημένος κακός Charles Dance, ο με μοναδικά σύγχρονο τρόπο φλεγματικός Toby Stephens (που προσέξαμε σοβαρά για πρώτη φορά ως Gustav Graves -αντίπαλο του James Bond στο Die Another Day),  ο Burn Gorman (που μάλλον θυμόμαστε απο το "The Dark Knight Rises" του 2012 ως  Stryver), η Miranda Richardson (που θυμάμαι περισσότερο ως Lady Van Tassel στο αγαπημένο μου Sleepy Hollow), ο Paul Chahidi, που μιάζει ακαθόριστα γνωστός ως φυσιογνωμία, χωρίς να είμαι βέβαιος σε ποια  ταινία τον πρόσεξα πρώτα, ο Sam Neill, που τον έχουμε δει σε δεκάδες ταινίες και σειρές, ο Noah Taylor, και η Αυστραλή Maeve Dermody -που δεν έχω ξανα-προσέξει ποτε, αλλά κου έκανε εξαιρετική εντύπωση, και θα τη θυμάμαι, και μερικοί ακόμα ηθοποιοί ενσαρκώνουν υποδειγματικά τους χαρακτήρες και ερμηνεύουν με σφιχτή δραματουργία τους στους απαιτητικότητους διαλόγους. 

Επεισόδια αναδρομής στις ζωές των πρωταγωνιστών μας δίνουν στοιχεία για την αλήθεια ή το ψέμα, για όλα αυτά που στοιχειώνουν την συνείδηση ή/και το παρόν του καθενός. Η σκηνοθεσία είναι φρέσκια και οι ρυθμοί εξαιρετικοί. Ομολογώ ότι δεν γνώριζα, ή τουλάχιστον δεν είχα προσέξει επαρκώς μέχρι σήμερα τον σκηνοθέτη Craig Viveiros: σήμερα κέρδισε την προσοχή  μου. 

Συνολικά η μίνι σειρά μου άρεσε διότι κρατά το καλύτερο μέρος από δύο κόσμους: από το θέατρο, με το οποίο πάντοτε τα έργα της Agatha Christie θα διατηρούν εκλεκτικές συγγένειες, και απο τον κινηματογράφο εκείνο που διέπεται από την εφαρμογή της καλής κουζίνας όπως την διατύπωνε η μητέρα μου: "επιτυχημένο πιάτο είναι αυτό του οποίο το σύνολο και το τελικό αποτέλεσμα σε εντυπωσιαζει και σε κρατά σε όλη την πορεία της κατανάλωσης του με αμείωτο ενδιαφέρον, ενώ τα υλικά που το απορελούν, εκτός από τα απολύτως εμφανή, παραμένουν ένα μυστήριο".


Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

In girum imus nocte et consumimur igni

Συνόδευσε την διαδρομή μου με τρένο Θεσσαλονίκη - Αθήνα της 19ης Οκτωβρίου. Εντάσσεται στα γενιότερα (ξανα)διαβάσματα της εποχής για τους Καταστασιακους, τους Λεττριστές και λοιπά κινήματα, που επιχειρώ αυτή την εποχή. Αν και η κριτική που ασκεί στον κινηματογράφο θα έλεγε κανείς ότι είναι ελαφρώς παρωχημένη, πιστεύω ότι παραμένει επίκαιρη ως προς το συστημικό μέρος κάθε έκφρασης της μαζικής κουλτούρας, όπως και της Τέχνης, στον βαθμό που εντάσσεται σε αυτή. Πρόκειται για σενάριο της ομώνυμης ταινίας. Ενδιαφέρουσα κριτικήν προσέγγιση έχει γράψει η Βανεσσα Θεοδωροπουλου στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ πριν 5-6 χρόνια, το οποιο έχω κρατήσει στο αρχείο μου και παραθέτω αυτούσιο.

Τον Ιούνιο του 1952, ο εικοσάχρονος τότε Γκι Ντεμπόρ (1931-1994), κάνει την είσοδό του στο χώρο της παριζιάνικης πρωτοπορίας, με μια ταινία που σήμερα θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως το πρώτο «καταστασιακό» μανιφέστο. Πρόκειται για τα «Ουρλιαχτά για χάρη του Σαντ», εβδομήντα πέντε λεπτά χωρίς καθόλου εικόνες παρά μονάχα ομιλίες και σιωπές, ενώ η οθόνη περνάει διαδοχικά από το λευκό φως στο σκοτάδι, με αποκορύφωμα το διασημότερο black-out της ιστορίας του σινεμά, μια τελική εντελώς σιωπηλή και σκοτεινή σεκάνς διάρκειας 24 λεπτών. Μια φωνή μας πληροφορεί ότι πριν ακόμα ξεκινήσει η προβολή, ο Γκι-Ερνέστ Ντεμπόρ θα ανέβαινε στη σκηνή για να αναγγείλει: «Δεν υπάρχει ταινία. Ο κινηματογράφος έχει πεθάνει. Δεν γίνεται να υπάρξουν πια ταινίες. Ας περάσουμε, εάν θέλετε, στη συζήτηση».

Μια νέα εποχή αναβίωσης του πειραματισμού και του προβληματισμού γύρω από το νόημα και τη χρήση των καλλιτεχνικών μέσων είχε ξεκινήσει. Αντιστρέφοντας τη συνήθη πορεία κάθε καλλιτέχνη από την αναπαράσταση στην άρνησή της, ο Ντεμπόρ κάνει το ντεμπούτο του με μια καθολική άρνηση της εικόνας που δεν μπορεί παρά να μας φέρει στο νου τούς αφορισμούς περί εξάντλησης της ζωγραφικής, και τα λευκά και μαύρα τετράγωνα του σουπρεματιστή Καζιμίρ Μάλεβιτς.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Drive (2011)



Με καθυστέρηση τεσσάρων χρόνων παρακολούθησα σήμερα μία υποδειγματική ταινία, που ανήκει σε ένα, συχνά, υποτιμημένο είδος τα τελευταία χρόνια, τα crime stories. Σκηνοθεσία του Nicolas Winding Refn και σκηνογραφία απαράμιλλης αισθητικής, και ρεσιτάλ δραματικής δεινότητας από τον πρωταγωνιστή Ryan Gosling. Δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η μουσική υπόκρουση που κλιμακώνει εντάσεις και προσθέτει σε μια ατμόσφαιρα που κινείται μεταξύ ονείρου και εφιάλτη, υποκίτρινα πλάνα, χρωματικές παρτιτούρες μεταξύ των χώρων, των ενδυμάτων των πρωταγωνιστών και του χρώματος των ματιών τους, τραγούδια που ολοκληρώνουν εννοιολογικά την ταυτότητα των πρωταγωνιστών με τους στίχους τους, είναι μερικά από αυτά που δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα. Η αφηγηματική λιτότητα με την οποία ανόιγει το φιλμ εξακολουθεί μέχρι το τέλος, προσεταιρίζεται σταδιακά νέα στοιχεία, για να καταλήξει να ενσωματώνει μία εικαζόμενη πολυπλοκότητα δεκάδων μικρών λετομερειών σε κάθε πλάνο, στην οποία εμφιλοχωρούν σκέψεις που θα φιλονικούν για μέρες μετά την θέαση της ταινίας στην ψυχή του θεατή. Αυτός καλείται να εικάσει τις ψυχικές καταστάσεις και τις μεταπτώσεις τους, να διεισδύσει σε μια οντολογία ορισμένη από την εσωτερικότητα της ερμηνείας των πρωταγωνιστών. Όλα αυτά συμβαίνουν σε και ταινία με χορταστική δράση, στην οποία ο "εκπαιδευμένος" σε αστυνομικές ταινίες θεατής θα αστοχήσει συχνά να προβλέψει την εξέλιξη των πραγμάτων. Είναι βέβαιο ότι θα δω με πολύ ενδιαφέρον επόμενες  ταινίες του Δανού σκηνοθέτη, και θα αναζητήσω σύντομα τις προηγούμενες.


Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Irish Ways (1988)



"Irish Ways" (1988) depicts on daily confrontations between the British Army and Irish Nationalists in Northern Ireland in the 1960s. It reveals discrimination in housing and employment, and laws permitting arbitrary arrest and imprisonment of Irish nationalists. The film investigates the pervasive atmosphere of fear and mistrust - constant surveillance of neighborhoods and business districts, television advertisements encouraging citizens to report suspicious neighbors to British troops, and the commonplace bombings and shootings. Giving voice to soldiers on both sides and to ordinary citizens who must live in wartime circumstances, "Irish Ways" provides important background to the continuing civil war over Ireland.


Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Ο φωτογράφος των Τρικάλων




1923, Τρίκαλα. Ο τοπικός φωτογράφος επιστέφει, με το μυαλό γεμάτο εικόνες που τράβηξε σε όλη του τη ζωή. Ξαφνικά, δέχεται μια επίσκεψη από έναν θρυλικό ληστή. Παρά το γεγονός ότι καταζητείται με αμοιβή, ο ηρωικός παράνομος αφήνει τα βουνά και αποφασίζει να φωτογραφηθεί...28ο Φεστιβάλ Ταινιών μικρού μήκους Δράμας(2005):
Β' Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μυθοπλασίας

μουσική : Θανάσης Παπακωνσταντίνου

σενάριο (από ένα ποίημα του Χρήστου Μπράβου) -- σκηνοθεσία
35mm, α/μ & έγχρ. , dolby digital, 12΄ (2005).
28ο Φεστιβάλ Ταινιών μικρού μήκους Δράμας
(2005):
Β' Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μυθοπλασίας,
Διάκριση «Κίνητρο» Ε.Κ.Κ.
Τιμητική Διάκριση Ενδυματολογίας
Τιμητική Διάκριση Σκηνογραφίας.
Ειδικό Βραβείο Ποιότητας Ταινίας μικρού μήκους 2005 ΥΠΠΟ.
13ο Διεθνές Φεστιβάλ Μεσογειακού
Κινημ/φου (Τετουάν) 2007:
Grand Prix Καλύτερης Μικρού Μήκους Ταινίας.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Εκλεκτό αφιέρωμα στον σύγχρονο Ελληνικό κινηματογράφο στην Καβάλα

Ένα αξιοπρόσεκτο για την ποιότητα του πανόραμα Ελληνικών κινηματογραφικών ταινιών, ντοκιμαντέρ και μικρού μήκους λαμβάνει χώρα τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου στην Καβάλα. Δείτε το πρόγραμμα και ξεκινήστε όμορφα το βράδυ σας αν βρεθεί από την περιοχή.

Πρόγραμμα Προβολών

Τετάρτη 02.09
- 22:00 - Xenia (2014, 125), του Πάνου Κούτρα

Πέμπτη 02.09
- 22:00 - Αγρύπνια (2005, 102’) Του Νίκου Γραμματικού

Παρασκευή 03.09
- 21:00 - Τα Μάτια Που Τρώνε (1999, 23’) του Σύλλα Τζουμέρκα
- 22:00 - A Blast (2014, 83’), Του Σύλλα Τζουμέρκα
(Στην Προβολή θα παρευρίσκεται ο σκηνοθέτης)

Σάββατο 05.09
- 20:00 - Η Εποχή των Δολοφόνων (1993, 110’), του Νίκου Γραμματικού
- 22:00 - Η Αρχαιολόγος (2015, 90’), του Κίμωνα Τσακίρη
(Στην προβολή θα παρευρίσκεται ο σκηνοθέτης)

Κυριακή 06.09
- 20:00 - A Blast (2014, 83’), του Σύλλα Τζουμέρκα
- 22:00 - Xenia (2014, 125’), του Πάνου Κούτρα

Δευτέρα 07.09
- 22:00 – Χάος (1993, 12΄), του Νίκου Γραμματικού
- 22:15 – Απόντες (1996, 115), του Νίκου Γραμματικού

Τρίτη 08.09
- 20:00 – Ιστορία 52 (2008, 97’), του Αλέξη Αλεξίου
- 22:00 – Τετάρτη 04:45 (2015, 116’), του Αλέξη Αλεξίου
(Στην προβολή θα παρευρίσκεται ο σκηνοθέτης)

Τετάρτη 09.09
- 20:00 - Είμαστε Τσιγγάνοι (2014, 40’), της Μαρίνας Δανέζη
(Στην προβολή θα παρευρίσκεται η σκηνοθέτις)
- 22:00 – Οι Αισθηματίες (2014, 94’), του Νίκου Τριανταφυλλίδη 
(Στην προβολή θα παρευρίσκεται ο σκηνοθέτης)