Αν και άχαρος ο ρόλος να υμνείς μια παράσταση στην οποία κανείς δεν έχει άμεση πρόσβαση (ήταν η τελευταία απο μια μικρή σειρά παραστάσεων που χωρίς την προτροπή της φίλης Έλενας Τονικίδη δεν θα είχαμε πάει χθες στην "Στέγη" του Ιδρύματος Ωνάση να την παρακολουθήσουμε), θα προτείνω στους εικαστικότερους και πλέον θεατρόφιλους από τους φίλους μου, να παρακολουθούν στο εξής σε όλη την διάρκεια του φυσικού τους βίου τον Krystian Lupa και την καλλιτεχνική παραγωγή, καθώς, χθες το βράδυ, παρακακολούθησα ένα από τα συγκλονιστικότερα έργα τέχνης που έχω δει στο θεατρο. Την "Δίκη" του Κάφκα, με την οποία ο Lupa αποδόμησε, συνδιαλέχθηκε, αντιδιέστειλε και απέδωσε με έναν ολοκληρωτικά δικό του τρόπο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά βαθύ φιλοσοφικό έργο ανατομίας των σχέσεων φαντασιακού - πραγματικού, ασυνείδητου - αντίληψης, πολιτικού - προσωπικού, με προεκτάσεις που φτάνουν στις μεγαλύτερες εκτάσεις που μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος, αυτές του ασυνείδητου. Είδα στην 5ωρη παράσταση, και σε χρόνο που κύλισε σαν νερό από διαρρηγμένο φράγμα, και άφησε ένα ανυπέρβλητο κενό πίσω του, τον Λακάν και τον Καστοριάδη να ξεπερνιούνται, όχι με (επι)κριτική προέγγιση, αλλά ως βασικά δομικά στοιχεία ενός τοίχου που χρειάστηκαν για να χτιστούν τα θεμέλια της αισθητικής αντίληψης ενός υπέροχου οικοδομήματος, και το ίδιο το έργο Κάφκα να αποδομείται και να ανασυντίθεται σε μια δομή πολύ ισχυρότερη και δυναμικότερη από το αρχικό.
Αθήνα
Αρχαιοανθρωπολογία
Αρχαιολογία
Αρχιτεκτονική
Ασκληπιείο
Βία
Βιβλίο
Γαστρονομία
Γεωπολιτική
Δικαιώματα
Δράσεις
Εικαστικά
Επιστήμη
Εσωτερισμός
Ευχή
Θέατρο
Θεσσαλονίκη
Ιστορία
Κινηματογράφος
Κοινωνία
Κόσμος
Κριτική
Λόγος
Μεσαίωνας
Μουσική
Οικογένεια
Οικονομία
Παιδεία
Πατρίδα
Περιβάλλον
Πολιτική
Πρόσφυγες
Προσωπικότητες
Τεχνολογία
Τόποι
Φιλοσοφία
Φύλο
Φωτογραφία
Χορός
Χρόνος
Ψυχολογία
blogging
DESIGN
ENGLISH
MEDIA
VIDEO
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019
Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016
Άκου (και αυτό) ανθρωπάκο
Υπάρχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα όταν σχολιάζεις μια παράσταση που είδες στην τελευταία ημέρα της, ότι, πρακτικά, φροντίζεις για την υστεροφημία της και, επιπλπεόν, για το μέλλον των συντελεστών της. Ετσι λοιπόν δεν θα μπορούσα να παραλείψω τούτη την μικρή σημείωση για την δραματοποιημένη εκδοχή του "Άκου Ανθρωπάκο" του Βίλχελμ Ράιχ που παρακολούθησα με ενδιαφέρον, παιγμένο από τις Μαρία - Φανή Ψαθά, Όλγα Νικολαΐδου, Δέσποινα - Μαρίνα Σαμαρά. Θεωρώ ότι συγχαρητήρια αξίζουν σε όλες για το ισοροπημένο παίξιμο τους, ενώ, στην Δέσποινα - Μαρίνα Σαμαρά ταιριάζει ακόμα μεγαλύτερος έπαινος για την θεατρική διασκευή και την σκηνοθεσία. Ο μοναδικός παράταιρος της παρέας ήταν ο Στέλιος Βασιλικός, του οποίου ο ρόλος επεφύλαξε το προνόμιο να μην μπορώ να τον κρίνω για την δραματική του απόδοση, καθώς η σκηνοθέτης θέλησε να μας τον παρουσιάσει ως επί σκηνής ζωγράφο (ελπίζω ειλικρινά να έχει διαλέξει ένα επάγγελμα που να του ταιριάζει περισσότερο στον κανονικό του βίο). Προσωπικά θα παρακολουθούσα κι άλλη παράσταση του σχήματος αν τους ξαναπετύχαινα, και θα προσπαθήσω να θυμάμαι τα ονόματα τους.
Αν θέλετε να διαβάσετε περισσότερα για την παράσταση θα το κάνετε ΕΔΩ, ενώ για το πρωτότυπο έργο του Ράιχ θα σας συμβούλευα να επισκεφτείτε ένα καλό βιβλιοπωλείο. Είναι από τα βιβλία που κανείς πρέπει οπωσδήποτε να έχει διαβάσει στην ζωή του αν θεωρεί τον εαυτό του σκεπτόμενο πολίτη.
Αν θέλετε να διαβάσετε περισσότερα για την παράσταση θα το κάνετε ΕΔΩ, ενώ για το πρωτότυπο έργο του Ράιχ θα σας συμβούλευα να επισκεφτείτε ένα καλό βιβλιοπωλείο. Είναι από τα βιβλία που κανείς πρέπει οπωσδήποτε να έχει διαβάσει στην ζωή του αν θεωρεί τον εαυτό του σκεπτόμενο πολίτη.
Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014
ΚΘΒΕ | Αισχύλου Πέρσες: Αν την ιστορία έγραφαν οι νικημένοι...
Τάδε μὲν Περσῶν τῶν οἰχομένων / Ἑλλάδ᾽ ἐς αἶαν πιστὰ καλεῖται, / καὶ τῶν ἀφνεῶν καὶ πολυχρύσων / ἑδράνων φύλακες, κατὰ πρεσβείαν / οὓς αὐτὸς ἄναξ Ξέρξης βασιλεὺς / Δαρειογενὴς εἵλετο χώρας ἐφορεύειν. / ἀμφὶ δὲ νόστῳ τῷ βασιλείῳ / καὶ πολυχρύσου στρατιᾶς ἤδη / κακόμαντις ἄγαν ὀρσολοπεῖται θυμὸς ἔσωθεν.
(Αισχύλου, Πέρσαι, προοίμιο)
"Ήρθα να δω θέατρο και είδα μια πολύ καλή performance" είπε η φίλη Έλενα όταν κατασίγασαν τα χειροκροτήματα. Η παράσταση που παρουσίασε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ξεκινά την περιοδεία της από χθες, με την παράσταση που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Δάσους, ενώ θα παρουσιαστεί στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου στις 15-16 Αυγούστου. Διαβάζω στην επίσημη σελίδα της παράστασης ότι πρωταγωνιστούν οι Γιάννης Φέρτης (Δαρείος), Άκης Σακελλαρίου (Άτοσσα), Λάζαρος Γεωργακόπουλος (Αγγελιοφόρος), Γιώργος Κολοβός (Ξέρξης).
Φροντισμένη στα επιμέρους, με κινησιολογία ενίοτε ενδιαφέρουσα, πότε δε και σοβαρά χωλαίνουσα, κείμενο κατά το ήμισυ αδιάφορο και κατά το άλλο ήμισυ υπερβολικά φορτωμένο -αλλά και στα δύο ημίσεα ελάχιστα ποιητικό, στερημένη από οποιουδήποτε είδους εύρημα, είναι βέβαιο ότι ο θεατής δεν θα θυμάται ούτε μια φράση από το κείμενο, ενώ κανένα "ηθικόν δίδαγμα" δεν θα μείνει να συζητηθεί. Από την άλλη πλευρά, η σκηνογραφία και η σκηνοθεσία / χοροθεσία παράγει κατά το 2ο και κατά το τρίτο επεισόδιο σκηνές που μένουν στο μυαλό σα πίνακες. Το μακιγιάζ του χορού αξίζει εύφημης μνείας. Το sound design έκανε πολλά με λίγα, όσο το φλύαρο κείμενο έκανε λίγα με πολλά. Σε αυτά, μπορώ να προσθέσω έναν Άκη Σακελλαρίου με ενδιαφέρουσα ερμηνεία, που ίσως αδίκησα μη χειροκροτώντας καθόλου την παράσταση.
Οι "Πέρσες" του Αισχύλου δοσμένο κατά αυτό τον τρόπο ίσως αγγίζουν λίγο τον σημερινό θεατή στο θέμα τους, όπως παρατήρησε ο φίλος Σταύρος. Δεν είναι όμως μόνο αυτό, καθώς, προσωπικά, δεν με ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου η ιστορία σε ένα σενάριο στο θέατρο, όσο ο χειρισμός και η απόδοση του. Μία παράσταση αρχαίου δράματος που προσπαθεί -είναι φανερό- να αξιοποιήσει σύγχρονα μέσα χωρίς να απάδει από τις αναγνωρίσιμες δομές του αρχαίου θεάτρου, οφείλει να έχει βάθος, δεύτερη ανάγνωση, τρίτη ανάγνωση. Οφείλει να έχει τον "ηδυσμένω λόγω", που αναφέρει ο Αριστοτέλης στον ορισμό της Αρχαίας Τραγωδίας, "...χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας -δηλαδή χωρίς να αποτελεί απομίμηση της πραγματικής ζωής από την μία, αλλά και χωρίς να είναι ιδιαίτερα αφηγηματικό από την άλλη. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά αμαρτήματα της παράστασης: εξαιρετικά οπισθόβαρη, αφήνει το 1ο επεισόδιο ακάλυπτο δραματουργικά, με ένα κείμενα φλύαρο, καθαρά αφηγηματικό, ίσως μεταφρασμένο επακριβώς από το πρωτότυπο. Στο 2ο επεισόδιο ξεκινά μία ενδιαφέρουσα δραματική πορεία. Στο τρίτο κορυφώνεται. Η έξοδος συντελείται με την ελπίδα το πάθημα να γίνει μάθημα στον Βασιλέα που έσυρε τον λαό του στην καταστροφή "ελαφρά τη καρδία", και χωρίς ουσιαστική “κάθαρσιν”.
Εικάζω ότι η τραγωδία θα έκανε μεγάλη εντύπωση στην αρχαία Αθήνα. Ο Αισχύλος, αυτός μάστορας του εναλλακτικού, τόσο ως προς την επεξεργασία των ιστοριών όσο και ως προς την δομή της ίδιας της αρχαίας τραγωδίας την οποία τόλμησε να αλλάξει (προσθήκη δευτεραγωνιστή, μείωση των χορικών, έξαρση λόγου, τριλογία ενιαίου περιεχόμενου). Αυτό που εγώ κρατώ είναι η διήγηση της δοξασμένης νίκης των ελλήνων από την αναπάντεχη σκοπιά των ηττημένων. Ο ποιητής φαίνεται πως δίνει μεγαλύτερη σημασία στα ηθικά διδάγματα της ήττας, από αυτά της λαμπρής νίκης.
Παρόλα αυτά, ο Αριστοτέλειος ορισμός αντηχεί στα αυτιά μου: «Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Κι επετεύχθει στιγμές -στιγμές το “δρώντων και ου δι’ απαγγελίας”, από μόνο του, δεν αρκεί. Απαιτεί και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία, ώστε το δράμα να είναι ολοκληρωμένο, διαφορετικά, κινδυνεύει το δράμα να εκτυλίσσεται εκτός σκηνής, στις κερκίδες, και να το ζει η προσμονή των θεατών για μια παράσταση που θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη.
Φροντισμένη στα επιμέρους, με κινησιολογία ενίοτε ενδιαφέρουσα, πότε δε και σοβαρά χωλαίνουσα, κείμενο κατά το ήμισυ αδιάφορο και κατά το άλλο ήμισυ υπερβολικά φορτωμένο -αλλά και στα δύο ημίσεα ελάχιστα ποιητικό, στερημένη από οποιουδήποτε είδους εύρημα, είναι βέβαιο ότι ο θεατής δεν θα θυμάται ούτε μια φράση από το κείμενο, ενώ κανένα "ηθικόν δίδαγμα" δεν θα μείνει να συζητηθεί. Από την άλλη πλευρά, η σκηνογραφία και η σκηνοθεσία / χοροθεσία παράγει κατά το 2ο και κατά το τρίτο επεισόδιο σκηνές που μένουν στο μυαλό σα πίνακες. Το μακιγιάζ του χορού αξίζει εύφημης μνείας. Το sound design έκανε πολλά με λίγα, όσο το φλύαρο κείμενο έκανε λίγα με πολλά. Σε αυτά, μπορώ να προσθέσω έναν Άκη Σακελλαρίου με ενδιαφέρουσα ερμηνεία, που ίσως αδίκησα μη χειροκροτώντας καθόλου την παράσταση.
Οι "Πέρσες" του Αισχύλου δοσμένο κατά αυτό τον τρόπο ίσως αγγίζουν λίγο τον σημερινό θεατή στο θέμα τους, όπως παρατήρησε ο φίλος Σταύρος. Δεν είναι όμως μόνο αυτό, καθώς, προσωπικά, δεν με ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου η ιστορία σε ένα σενάριο στο θέατρο, όσο ο χειρισμός και η απόδοση του. Μία παράσταση αρχαίου δράματος που προσπαθεί -είναι φανερό- να αξιοποιήσει σύγχρονα μέσα χωρίς να απάδει από τις αναγνωρίσιμες δομές του αρχαίου θεάτρου, οφείλει να έχει βάθος, δεύτερη ανάγνωση, τρίτη ανάγνωση. Οφείλει να έχει τον "ηδυσμένω λόγω", που αναφέρει ο Αριστοτέλης στον ορισμό της Αρχαίας Τραγωδίας, "...χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας -δηλαδή χωρίς να αποτελεί απομίμηση της πραγματικής ζωής από την μία, αλλά και χωρίς να είναι ιδιαίτερα αφηγηματικό από την άλλη. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά αμαρτήματα της παράστασης: εξαιρετικά οπισθόβαρη, αφήνει το 1ο επεισόδιο ακάλυπτο δραματουργικά, με ένα κείμενα φλύαρο, καθαρά αφηγηματικό, ίσως μεταφρασμένο επακριβώς από το πρωτότυπο. Στο 2ο επεισόδιο ξεκινά μία ενδιαφέρουσα δραματική πορεία. Στο τρίτο κορυφώνεται. Η έξοδος συντελείται με την ελπίδα το πάθημα να γίνει μάθημα στον Βασιλέα που έσυρε τον λαό του στην καταστροφή "ελαφρά τη καρδία", και χωρίς ουσιαστική “κάθαρσιν”.
Εικάζω ότι η τραγωδία θα έκανε μεγάλη εντύπωση στην αρχαία Αθήνα. Ο Αισχύλος, αυτός μάστορας του εναλλακτικού, τόσο ως προς την επεξεργασία των ιστοριών όσο και ως προς την δομή της ίδιας της αρχαίας τραγωδίας την οποία τόλμησε να αλλάξει (προσθήκη δευτεραγωνιστή, μείωση των χορικών, έξαρση λόγου, τριλογία ενιαίου περιεχόμενου). Αυτό που εγώ κρατώ είναι η διήγηση της δοξασμένης νίκης των ελλήνων από την αναπάντεχη σκοπιά των ηττημένων. Ο ποιητής φαίνεται πως δίνει μεγαλύτερη σημασία στα ηθικά διδάγματα της ήττας, από αυτά της λαμπρής νίκης.
Παρόλα αυτά, ο Αριστοτέλειος ορισμός αντηχεί στα αυτιά μου: «Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Κι επετεύχθει στιγμές -στιγμές το “δρώντων και ου δι’ απαγγελίας”, από μόνο του, δεν αρκεί. Απαιτεί και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία, ώστε το δράμα να είναι ολοκληρωμένο, διαφορετικά, κινδυνεύει το δράμα να εκτυλίσσεται εκτός σκηνής, στις κερκίδες, και να το ζει η προσμονή των θεατών για μια παράσταση που θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη.
Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013
RIP Παύλος Μάτεσις
Νίκος Παπάζογλου, Σπύρος Τόμπρας, Θανάσης Βέγγος, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Τασσώ Καββαδία, Γιάννης Μόραλης, Αλέκα Παϊζη, και σήμερα ο Παύλος Μάτεσις: κάποιος, ψηλά, πέρα στους πέρα κάμπους, ανεβάζει μια πολύ ωραία παράσταση, κι αφήνει όλη την ασχήμια εδώ γύρω, να μαζέψουμε όλη αυτή την κοπριά που σπείραμε γύρω μας και τώρα μας πνίγει...
ΝΟΜΙΖΩ ότι το καλύτερο κείμενο για την "αποχώρηση" του Παύλου Μάτεσι έγραψε η συνάδελφος Όλγα Σέλλα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, χθες. Το κείμενο παρατίθεται (είναι κακό -μαθαίνεις όταν περάσεις χρόνια και καιρούς ως άνθρωπος του Λόγου και του ρεπορτάζ- να προσπαθείς πάντοτε και επί παντός επιστητού να γράψεις ΕΣΥ κάτι, ενόσω υπάρχουν άλλοι, που, στην πραγματικότητα, τα κατάφεραν μια χαρά!).
Την άνοιξη του 2011 ο Παύλος Μάτεσις δεν είχε τη χαρά να δει στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το πιο δημοφιλές και πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημά του, τη «Μητέρα του σκύλου», που ευφυώς είχε σκηνοθετήσει ο Σέρβος Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς. Είχε ήδη πληγεί από εγκεφαλικό τον Δεκεμβριο του 2010, παρακολουθώντας μια παράσταση στο Θέατρο Τέχνης. Την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου, στις 8 το πρωί, ο Παύλος Μάτεσις άφησε την τελευταία του πνοή στο ιδιωτικό θεραπευτήριο όπου νοσηλευόταν αυτά τα δύο χρόνια (ο Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Εργων Λόγου είχε αναλάβει σιωπηρά τα έξοδα νοσηλείας), αν και τις τελευταίες ημέρες η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί και νοσηλευόταν σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ηταν 80 χρόνων, και άντεξε δύο ολόκληρα χρόνια χωρίς να μπορεί να μιλήσει (είχε πληγεί το κέντρο λόγου), είχε όμως πλήρη συνείδηση.
Ο Παύλος Μάτεσις ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα των γραμμάτων, και σιγουρά δεν μπορεί κανείς να τον κατατάξει σε μία κατηγορία δημιουργός. Βέβαια ο ίδιος έλεγε ότι είναι άνθρωπος του θεάτρου. «Στην πεζογραφία θεωρώ τον εαυτό μου λαθρεπιβάτη».
Ηταν παθιασμένος τόσο με το θέατρο, όσο με τη λογοτεχνία, αλλά και τη μετάφραση, αφού χειριζόταν θαυμάσια τρεις γλώσσες και είχε υπογράψει σπουδαίες μεταφράσεις, λογοτεχνικές και θεατρικές. Έχει μεταφράσει στα ελληνικά: Mrojek, Ben Johnson, Roger Vitrac, Harold Pinter, Henrik Ibsen, Sean O' Casey, Fernando Arrabal, Joe Orton, Antonin Artaud, Margaret Atwood, Map. Macdonald, William Shakespeare, Beaumarchais, Stendhal, Alain Fournier, Στρατή Χαβιαρά, Alba Ambert, Peter Ackroyd, William Faulkner και στα νέα ελληνικά τα έργα του Αριστοφάνη: «Ειρήνη», «Πλούτος», «Βάτραχοι», «Νεφέλαι», «Όρνιθες», «Αχαρνής», «Θεσμοφοριάζουσαι», «Λυσιστράτη». Για τα πάθη της μετάφρασης και τις σχέσεις που ανέπτυσσε μέσα από αυτήν από τους συγγραφείς, έλεγε στην «Καθημερινή» τον Ιανουάριο του 2003: «Δεν θα έλεγα δύσκολη τη μετάφραση, γιατί είναι κάτι που μου αρέσει. Νομίζω ότι από τα πιο δύσκολα και άχαρα ήταν ένα μυθιστόρημα του Πίντερ, “Οι νάνοι”. Αλλά το πιο ουσιαστικά δ΄συκολο είναι το τελευταίο μετάφρασμά μου, ο Φώκνερ. Εχει τρομακτικές δυσκολίες για τον μεταφραστή, αλλά είναι και άθλημα για τον αναγνώστη. Είναι απόλαυση, αλλά πριν απ' όλα είναι άθλημα. Οταν τελειώσει ο αναγνώστης το μυθιστόρημα διαμορφώνεται πια, οριστικά νομίζω, η αισθητική του και η γνώση του περί της λογοτεχνίας, περί τις τεχνικές της λογοτεχνίας, γιατί αυτός ο άνθρωπος διαθέτει μια τρομακτική δωρεά. Ο Φώκνερ είναι συγγραφέας εκ δωρεάς. Δίνει. Σε αντίθεση με τον Τζόις που παίρνει. Το βιβλίο του Φώκνερ (σ.σ. μιλούσε για το βιβλίο του Φώκνερ “Η βουή και η μανία”) αρχίζει από ένα σκοτάδι και καταλήγει σε μια λαμπρότητα. Αλλά η λαμπρότητα του γραψίματος και της περιγραφής που έχει για την ανθρώπινη υπόσταση είναι υπέροχα», έλεγε.
Για όλες τους τις δημιουργικές δραστηριότητες ο Παύλος Μάτεσις τιμήθηκε με πολλά βραβεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. 1. Διάκριση στο διαγωνισμό μονόπρακτων του θεατρικού οργανισμού «12 Αυλαία» (1964) για το μονόπρακτο «Ο σταθμός». 2. Κρατικό βραβείο θεάτρου 1966 για το έργο «Η τελετή». 3. Έπαθλο «Κάρολος Κουν"-Πόλις των Αθηνών 1989 για το καλύτερο ελληνικό έργο της χρονιάς ("Περιποιητής φυτών"). 4. Βραβείο Ελληνόφωνων Κάτω Ιταλίας (1998) για το μυθιστόρημα του «Η μητέρα του σκύλου». 5 . Μέγα Βραβείο Κριτικών θεάτρου έτους 2000. 6. Βραβείο Acerbi (2002) για το μυθιστόρημα «Η μητέρα του σκύλου».
Ο Παύλος Μάτεσις αγαπούσε το κέντρο της Αθήνας (το σπίτι του ήταν στο Λόφο του Στρέφη), περπατούσε πολύ, έβλεπε πολύ θέατρο και δεν χαριζόταν σε κανέναν. Ο,τι είχε να πει το έλεγε ευθέως, ενίοτε και με οξύ τρόπο. Κι όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για τον εαυτό του. Ελεγε σ' εκείνη την συνέντευξη: «Εχω δύο αναπηρίες: δεν ζηλεύω και δεν θαυμάζω».
Την Τρίτη 22 Ιανουαρίου, στις 4 το απόγευμα, στο Νεκροταφείο Παπάγου ο Παύλος Μάτεσις θα ξεκινήσει το ταξίδι για να συναντήσει την πιο αγαπημένη του ηρωίδα, τη Ραραού, εκείνη την απίστευτη γυναίκα στη «Μητέρα του σκύλου». Τα βιβλία του και πολλές μεταφράσεις ξένων μυθιστορημάτων κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Καστανιώτης».
Ο Παύλος Μάτεσις ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα των γραμμάτων, και σιγουρά δεν μπορεί κανείς να τον κατατάξει σε μία κατηγορία δημιουργός. Βέβαια ο ίδιος έλεγε ότι είναι άνθρωπος του θεάτρου. «Στην πεζογραφία θεωρώ τον εαυτό μου λαθρεπιβάτη».
Ηταν παθιασμένος τόσο με το θέατρο, όσο με τη λογοτεχνία, αλλά και τη μετάφραση, αφού χειριζόταν θαυμάσια τρεις γλώσσες και είχε υπογράψει σπουδαίες μεταφράσεις, λογοτεχνικές και θεατρικές. Έχει μεταφράσει στα ελληνικά: Mrojek, Ben Johnson, Roger Vitrac, Harold Pinter, Henrik Ibsen, Sean O' Casey, Fernando Arrabal, Joe Orton, Antonin Artaud, Margaret Atwood, Map. Macdonald, William Shakespeare, Beaumarchais, Stendhal, Alain Fournier, Στρατή Χαβιαρά, Alba Ambert, Peter Ackroyd, William Faulkner και στα νέα ελληνικά τα έργα του Αριστοφάνη: «Ειρήνη», «Πλούτος», «Βάτραχοι», «Νεφέλαι», «Όρνιθες», «Αχαρνής», «Θεσμοφοριάζουσαι», «Λυσιστράτη». Για τα πάθη της μετάφρασης και τις σχέσεις που ανέπτυσσε μέσα από αυτήν από τους συγγραφείς, έλεγε στην «Καθημερινή» τον Ιανουάριο του 2003: «Δεν θα έλεγα δύσκολη τη μετάφραση, γιατί είναι κάτι που μου αρέσει. Νομίζω ότι από τα πιο δύσκολα και άχαρα ήταν ένα μυθιστόρημα του Πίντερ, “Οι νάνοι”. Αλλά το πιο ουσιαστικά δ΄συκολο είναι το τελευταίο μετάφρασμά μου, ο Φώκνερ. Εχει τρομακτικές δυσκολίες για τον μεταφραστή, αλλά είναι και άθλημα για τον αναγνώστη. Είναι απόλαυση, αλλά πριν απ' όλα είναι άθλημα. Οταν τελειώσει ο αναγνώστης το μυθιστόρημα διαμορφώνεται πια, οριστικά νομίζω, η αισθητική του και η γνώση του περί της λογοτεχνίας, περί τις τεχνικές της λογοτεχνίας, γιατί αυτός ο άνθρωπος διαθέτει μια τρομακτική δωρεά. Ο Φώκνερ είναι συγγραφέας εκ δωρεάς. Δίνει. Σε αντίθεση με τον Τζόις που παίρνει. Το βιβλίο του Φώκνερ (σ.σ. μιλούσε για το βιβλίο του Φώκνερ “Η βουή και η μανία”) αρχίζει από ένα σκοτάδι και καταλήγει σε μια λαμπρότητα. Αλλά η λαμπρότητα του γραψίματος και της περιγραφής που έχει για την ανθρώπινη υπόσταση είναι υπέροχα», έλεγε.
Για όλες τους τις δημιουργικές δραστηριότητες ο Παύλος Μάτεσις τιμήθηκε με πολλά βραβεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. 1. Διάκριση στο διαγωνισμό μονόπρακτων του θεατρικού οργανισμού «12 Αυλαία» (1964) για το μονόπρακτο «Ο σταθμός». 2. Κρατικό βραβείο θεάτρου 1966 για το έργο «Η τελετή». 3. Έπαθλο «Κάρολος Κουν"-Πόλις των Αθηνών 1989 για το καλύτερο ελληνικό έργο της χρονιάς ("Περιποιητής φυτών"). 4. Βραβείο Ελληνόφωνων Κάτω Ιταλίας (1998) για το μυθιστόρημα του «Η μητέρα του σκύλου». 5 . Μέγα Βραβείο Κριτικών θεάτρου έτους 2000. 6. Βραβείο Acerbi (2002) για το μυθιστόρημα «Η μητέρα του σκύλου».
Ο Παύλος Μάτεσις αγαπούσε το κέντρο της Αθήνας (το σπίτι του ήταν στο Λόφο του Στρέφη), περπατούσε πολύ, έβλεπε πολύ θέατρο και δεν χαριζόταν σε κανέναν. Ο,τι είχε να πει το έλεγε ευθέως, ενίοτε και με οξύ τρόπο. Κι όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για τον εαυτό του. Ελεγε σ' εκείνη την συνέντευξη: «Εχω δύο αναπηρίες: δεν ζηλεύω και δεν θαυμάζω».
Την Τρίτη 22 Ιανουαρίου, στις 4 το απόγευμα, στο Νεκροταφείο Παπάγου ο Παύλος Μάτεσις θα ξεκινήσει το ταξίδι για να συναντήσει την πιο αγαπημένη του ηρωίδα, τη Ραραού, εκείνη την απίστευτη γυναίκα στη «Μητέρα του σκύλου». Τα βιβλία του και πολλές μεταφράσεις ξένων μυθιστορημάτων κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Καστανιώτης».
Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013
Θεατρική παράσταση με μονόπρακτα του Μουρσελά στην Θεσσαλονίκη
Η θεατρική ομάδα του Συνδέσμου Σαμαριναίων Θεσσαλονίκης «Ο ΣΜΟΛΙΚΑΣ» σε σκηνοθεσία Χαράς Τουφεξή, παρουσιάζει μία θεατρική βραδυά με τίτλο: «Μονόπρακτα» του Κώστα Μουρσελά (Η μπουχάρα, Διακοπή ρεύματος, το δίκανο, η Κυρία δεν πενθεί), τη Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013 και ώρα 20.00 στην Αίθουσα Θεάτρου του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου. Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό.
Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012
«Το Μεγάλο μας Τσίρκο» ξανά στην Θεσσαλονίκη
«Το Μεγάλο μας Τσίρκο», που παρουσιάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε συμπαραγωγή με το Θέατρο Ακροπόλ, επέστρεψε στην Θεσσαλονίκη την περασμένη εβδομάδα και συνεχίζει την θριαμβευτική του πορεία. Εφόσον θέλετε να το (ξανα)δείτε, βιαστείτε να κλείσετε θέσεις γιατί το ενδεχόμενο να μην βρείτε είναι σοβαρό. Το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη παρουσιάστηκε για δύο μόνο παραστάσεις το καλοκαίρι εδώ και μετά έφυγε αρχικά για περιοδεία σε όλη την Ελλάδα ενώ στην συνέχεια κατέληξε στην Αθήνα, όπου παιζόταν με ανελιπώς γεμάτη αίθουσα επί δύο μήνες! Μέσα από τραγούδια και σατιρικά και δραματικά επεισόδια, το έργο διατρέχει όλες τις σημαντικές στιγμές της ελληνική ιστορίας: η Τουρκοκρατία, η επανάσταση του 1821, η βασιλεία του Όθωνα, η Μικρασιατική καταστροφή, ο πόλεμος του 1940 είναι ορισμένοι μόνο από τους βασικούς σταθμούς της πορείας της Ελλάδας που με τρόπο τραγικωμικό στηλιτεύονται στο έργο. Άξιος μνείας ο τραγουδιστής της παράστασης Ζαχαρίας Καρούνης -μία ξεχωριστή φωνή και σκηνική παρουσία, που, κι αν πέφτει θύμα σύγκρισης με τον Ξυλούρη με του οποίου την φωνή έχουμε συνηθίσει να ακούμε τα τραγούδια αυτά, είναι εξαιρετικά αξιόλογος και απολαυστικός- και ο αθάνατος Σταύρος Ξαρχάκος που διευθύνει επί σκηνής ορχήστρα. Η παράσταση παίζεται στο Βασιλικό Θέατρο. Διαβάστε περισσότερα ΕΔΩ.
Βασιλικό Θέατρο
Πλατεία Λευκού Πύργου, Θεσσαλονίκη ,
Πλατεία Λευκού Πύργου, Θεσσαλονίκη ,
τηλ. 2310288000
Τετάρτη & Σάββατο 18.00 & 21.00,
Τετάρτη & Σάββατο 18.00 & 21.00,
Πέμπτη, Παρασκευή 21.00, Κυριακή στις 19.00
Ειδικά για τα Χριστούγεννα (Τρίτη 25/12/2012)
& για την Πρωτοχρονιά (Τρίτη 1/01/2013) στις 21.00
Είσοδος 8 - 20 ευρώ
Είσοδος 8 - 20 ευρώ
Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012
"Ο Ξένος" στις 26 & 27 Νοεμβρίου στη Στουτγάρδη
Ο Ξένος, η επιτυχημένη παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, ταξιδεύει στις 26 και 27 Νοεμβρίου στη Στουτγάρδη για να συμμετάσχει στο Φεστιβάλ SETT (Stuttgarder Europa Theater Treffen) που διοργανώνεται από το Θέατρο Tri-bühne!
Τα δύο μονόπρακτα, που έγραψαν η Λένα Κιτσοπούλου και ο Γιάννης Τσίρος μετά από ανάθεση του Εθνικού θεάτρου και σκηνοθέτησαν σε μία ενιαία παράσταση δύο νέοι και ιδιαίτερα ταλαντούχοι σκηνοθέτες, συμμετέχουν στο 11ο κατά σειρά Φεστιβάλ που φέτος έχει τίτλο «Quo vadis, Europa? (Που πηγαίνεις, Ευρώπη;).
Στο Φεστιβάλ που διαρκεί από τις 15 Νοεμβρίου έως και την 1η Δεκεμβρίου συμμετέχουν παραστάσεις που αντικατοπτρίζουν εμπειρίες, παρατηρήσεις, φόβους και αντανακλούν την σύγχρονη κοινωνική πολιτική κατάσταση των χωρών από τις οποίες προέρχονται.
- Αόρατη Όλγα
Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης
Σκηνικά- Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Μάριος Στρόφαλης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν: Γρηγόρης Γαλάτης, Βασίλης Καραμπούλας, Λένα Παπαληγούρα, Γιωργής Τσουρής
- Άουστρας ή Η αγριάδα
Σκηνοθεσία: Γιάννης Καλαβριανός
Σκηνικά- Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Επιμέλεια κίνησης – χορογραφία: Ξένια Θεμελή
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν: Γρηγόρης Γαλάτης, Βασίλης Καραμπούλας, Λένα Παπαληγούρα, Γιωργής Τσουρής
Τα δύο μονόπρακτα, που έγραψαν η Λένα Κιτσοπούλου και ο Γιάννης Τσίρος μετά από ανάθεση του Εθνικού θεάτρου και σκηνοθέτησαν σε μία ενιαία παράσταση δύο νέοι και ιδιαίτερα ταλαντούχοι σκηνοθέτες, συμμετέχουν στο 11ο κατά σειρά Φεστιβάλ που φέτος έχει τίτλο «Quo vadis, Europa? (Που πηγαίνεις, Ευρώπη;).
Στο Φεστιβάλ που διαρκεί από τις 15 Νοεμβρίου έως και την 1η Δεκεμβρίου συμμετέχουν παραστάσεις που αντικατοπτρίζουν εμπειρίες, παρατηρήσεις, φόβους και αντανακλούν την σύγχρονη κοινωνική πολιτική κατάσταση των χωρών από τις οποίες προέρχονται.
- Αόρατη Όλγα
Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης
Σκηνικά- Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Μάριος Στρόφαλης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν: Γρηγόρης Γαλάτης, Βασίλης Καραμπούλας, Λένα Παπαληγούρα, Γιωργής Τσουρής
- Άουστρας ή Η αγριάδα
Σκηνοθεσία: Γιάννης Καλαβριανός
Σκηνικά- Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Επιμέλεια κίνησης – χορογραφία: Ξένια Θεμελή
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν: Γρηγόρης Γαλάτης, Βασίλης Καραμπούλας, Λένα Παπαληγούρα, Γιωργής Τσουρής
Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012
Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012
Το άλλο θέατρο
ΣΗΜΕΡΑ στις 21.00 γίνεται η εναρκτήρια για την χρονιά συνάντηση της θεατρικής ομάδας του στεκιού μεταναστών της Θεσσαλονίκης. Η Θεατρική Ομάδα Στεκιού Μεταναστών συναντιέται για τον προγραμματισμό της νέας θεατρικής χρονιάς και προσκαλεί όσους και όσες ενδιαφέρονται να συμμετέχουν, στην ανοιχτή συνάντηση την Τρίτη 23 Οκτωβρίου στις 9:00 μ.μ. στο Κοινωνικό Κέντρο/Στέκι Μεταναστών (Ερμού 23 & Βενιζέλου). Η Θεατρική Ομάδα Στεκιού Μεταναστών συστάθηκε τον Σεπτέμβριο του 2011 και παρουσίασε στο 15ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης την παράσταση «Urupà». Η παράσταση παίχτηκε και σε γειτονιές της πόλης (Ανοιχτό Θέατρο Δήμου Αμπελοκήπων-Μενεμένης) αλλά και εκτός Θεσσαλονίκης (Φεστιβάλ Ντάλα Ήλιος, Γιάννενα).
"Μετά την αξιόλογη δουλειά που έγινε πέρυσι, θεωρούμε ότι η Θεατρική Ομάδα του Στεκιού Μεταναστών πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει και να υποστηριχθεί από τη συμμετοχή νέων μελών. Στόχος μας είναι να δημιουργούμε συλλογικά ένα ενεργό, κοινωνικά και πολιτικά ευαίσθητο θέατρο", γράφεται στην ανακοίνωση που εστάλη.
"Μετά την αξιόλογη δουλειά που έγινε πέρυσι, θεωρούμε ότι η Θεατρική Ομάδα του Στεκιού Μεταναστών πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει και να υποστηριχθεί από τη συμμετοχή νέων μελών. Στόχος μας είναι να δημιουργούμε συλλογικά ένα ενεργό, κοινωνικά και πολιτικά ευαίσθητο θέατρο", γράφεται στην ανακοίνωση που εστάλη.
Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012
"Insenso" του Δημήτρη Δημητριάδη από την Angelus Novus
ΣΕ σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη και από την ομάδα Angelus Novus, ανεβαίνει από τις 27 Οκτωβρίου 2012, το θεατρικό έργο του Δημήτρη Δημητριάδη Insenso, εγκαινιάζοντας τον δεύτερο χώρο του Θεάτρου ΌΡΑ, το Studio ΌΡΑ.
Ο παθιασμένος μονόλογος, «όπερα χωρίς μουσική», αλλά και δοκίμιο πάνω στον έρωτα, που είναι το Insenso, ήδη απ’ τον τίτλο του δηλώνει αυτή την παραφορά σώματος και αισθήσεων, λογικού και λόγου, που το χαρακτηρίζει. Η λέξη είναι επινοημένη από το γαλλικό insensé (άφρων, παράφρων, παράλογος, παράδοξος) και παραπέμπει στην πηγή έμπνευσης του συγγραφέα, στην ταινία του Λουκίνο Βισκόντι Senso (αίσθηση) και ειδικά το τέλος της, όταν η κόμισα Λίβια Σερπιέρι καταγγέλλει τον εραστή της, αυστριακό αξιωματικό Φραντς Μάλερ που την πρόδωσε για μια άλλη γυναίκα, ως λιποτάκτη, πράγμα που επισύρει την θανάτωσή του στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Στο Insenso, η κόμισα συνεχίζει να ζει. Διασχίζει τους αιώνες, μη μπορώντας να πεθάνει, απελπισμένη, όχι γιατί πρόδωσε τον εραστή της, αλλά γιατί δεν τον σκότωσε με τα ίδια της τα χέρια, πράξη με την οποία, όπως πιστεύει, θα της ανήκε ολοκληρωτικά.
«Εκείνο που κάνει τον άνθρωπο, άνθρωπο», γράφει η θεατρολόγος Δήμητρα Κονδυλάκη στο επίμετρο του έργου, «είναι η αναπνοή του δίπλα σ' έναν άλλο άνθρωπο. Σ' έναν άνθρωπο που τον ποθεί. […] Η Λίβια Σερπιέρι βυθίζεται στο ακρότατο σημείο του ανθρώπου για να περάσει στην άλλη όχθη. Εκεί όπου το δύο γίνεται ένα, εκεί όπου ακόμη και τα ίδια τα φύλα υποχωρούν, εκεί όπου δεν υπάρχει άρρεν και θήλυ [...]»
Ακολουθώντας αυτή την οπτική, καθώς και την υπόδειξη του ίδιου του συγγραφέα ότι «τον ρόλο της κόμισσας Λίβιας Σερπιέρι θα μπορούσε, ίσως και θα έπρεπε να επιδιωχθεί, να τον υποδυθεί και ο Φραντς Μάλερ», η σκηνοθεσία του Δαμιανού Κωνσταντινίδη αναθέτει αυτόν τον μονόλογο σ’ έναν νεαρό άνδρα ηθοποιό (Αναστάσης Δ. Ροϊλός) και τον τοποθετεί σ’ έναν απροσδιόριστο γυμνό σκηνικό χώρο, βυθισμένο στη νύχτα των αιώνων μοναξιάς της κόμισσας, στη νύχτα των σωμάτων.
Ταυτότητα της παράστασης
Συγγραφέας: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνοθεσία: Δαμιανός Κωνσταντινίδης
Κοστούμι-φωτισμοί: Έλενα Κώτση με τη βοήθεια του Απόστολου Αποστολίδη
Επιμέλεια κίνησης: όλη η ομάδα με τη βοήθεια της Ελίζας Γκιλιοπούλου
Μακιγιάζ: Μελίνα Γλαντζή
Βίντεο: Κώστας Καρύδας
Κατασκευή κοστουμιού: Φούλη Βουτσά
Ερμηνεία: Αναστάσης Δ. Ροϊλός
Info
Πρεμιέρα: 27 Οκτωβρίου 2012
Χώρος: Studio Όρα, Αντωνίου Καμάρα 3 και Τσιμισκή (έναντι Χ.Α.Ν.Θ.)
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Σάββατο & Κυριακή στις 21:30
Διάρκεια παράστασης: 60 λεπτά, χωρίς διάλειμμα
Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό: 10 ευρώ, Φοιτητικό/Ομαδικό/ΟΛΜΕ: 8 ευρώ, ΟΑΕΔ/ατέλεια: 5 ευρώ
Κρατήσεις: τηλ. 2310 232799
Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012
Eliart | Αίμα στο χιόνι
ΣΤΟ Θέατρο ELIART, θα ανεβεί εφέτος απο την Τετάρτη 17 Οκτωβρίου και κάθε Τετάρτη και Πέμπτη, το έργο «Αίμα στο Χιόνι» του βρετανού συγγραφέα Philip Ridley, με πρωταγωνιστές την Δήμητρα Νομικού και τον Κώστα Ζέκο. Το “Αίμα στο Χιόνι” είναι η ελληνική μεταφορά του θεατρικού “Vincent River” που ανέβηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 2000.
Το έργο ξετυλίγεται σε κάποιες υποβαθμισμένες περιοχές του ανατολικού Λονδίνου, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα έργα του βρετανού συγγραφέα Philip Ridley και μέσα απο σκληρή ματιά θέτει πολλά προβλήματα της σύγχρονης εποχής, καθώς τολμά να θίξει ευαίσθητα κοινωνικά θέματα όπως αυτό της ομοφυλοφιλίας και της ομοφοβίας. Την μετάφραση του έργου υπογράφει ο Αντώνης Γαλέος, ο Γιώργος Φρατζεσκάκης σκηνοθετεί και επιμελείται την μουσική, για τα σκηνικά και κοστούμια φροντίζει η Καλλιόπη Ζαφειροπούλου, βοηθός σκηνοθέτη είναι η Ελένη Βουτυρά και το μακιγιάζ επιμελείται ο Γιάννης Αγγελάκης. Το έργο «Αίμα στο Χιόνι» είναι μια παραγωγή της ΘΕΑΣΙΣ Α.Μ.Κ.Ε. που θα μας κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το φινάλε, μέσα απο συνεχείς εσωτερικές αναζητήσεις που καθορίζονται απο διάφορους για τον κάθε άνθρωπο παράγοντα.
Λίγα λόγια για το έργο:
Έγκλημα. Έγκλημα στο χιόνι. Απεχθές έγκλημα και ανεξιχνίαστο. Άγριο έγκλημα. Απ αυτά που γίνονται καθημερινά πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες και πρώτο θέμα στις ειδήσεις στην τηλεόραση. Θύμα ένας νεαρός καλλιτέχνης. Βρέθηκε σφαγμένος κάτω από άγνωστες συνθήκες στην τουαλέτα ενός εγκαταλειμμένου σταθμού. Ήταν μόνος. Ήταν όμορφος. Ήταν το μοναχοπαίδι μιας μάνας που ένα χρόνο μετά τον θάνατο του γιού της, σπάει τη σιωπή της και αποφασίζει να συναντήσει ένα νεαρό άντρα, τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα της δολοφονίας. Η παράσταση, γίνεται αναπαράσταση εκείνης της μοιραίας νύχτας αλλά και ψυχολογική αρένα μιας σκληρής διαπροσωπικής πάλης μεταξύ των δύο. Της μάνας και του νεαρού μάρτυρα.
Οι παραστάσεις θα παίζονται κάθε Τετάρτη & Πέμπτη στις 9.00΄ μ.μ.
Ώρα έναρξης: 9 μ.μ.
Διάρκεια: 90 λεπτά χωρίς διάλειμμα
Είσοδος: 15 ευρώ (φοιτητικό 10 ευρώ)
Τηλέφωνο κρατήσεων: 210 3477677
Για ανέργους, πολύτεκνους, συνταξιούχους, άτομα με ειδικές ανάγκες, νέους κάτω των 18 ετών, με την επίδειξη των απαραίτητων δικαιολογητικών, ισχύει η προσφορά 15 euro τα δύο άτομα.
Θέατρο ELIART, Κων/πόλεως 127 Βοτανικός
Σάββατο 25 Αυγούστου 2012
Ισιδώρα Ντάνκαν (1877-1927)
ΜΕ αφορμή το εξαιρετικό βίντεο που ανακάλυψα σχετικά με την "μητέρα" του σύγχρονου χορού Ισιδώρα Ντάνκαν, αναδημοσιεύω και βιογραφικό της που είχε δει το φως της δημοσιότητας στις 7 Ιουλίου του 2002 στο ΒΗΜΑ.
«Δεν επινόησα τον χορό, υπήρχε πριν από εμένα. Κοιμόταν όμως κι εγώ τον ξύπνησα» είπε κάποτε η Ισιδώρα Ντάνκαν. Και αν η παραπάνω δήλωση ακούγεται ίσως υπερφίαλη, δεν είναι λίγοι όσοι πιστεύουν ότι σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας η «ξυπόλυτη χορεύτρια» υπήρξε ο άνθρωπος που προσέφερε περισσότερα από κάθε άλλον στην τέχνη της κίνησης. Η Ισιδώρα Ντάνκαν δεν ήταν απλώς μια καλλιτέχνις που σφράγισε ανεξίτηλα την κουλτούρα του 20ού αιώνα. Ηταν ολοκληρωμένη πνευματική οντότητα: λάτρης της περιπέτειας, κοινωνικά συνειδητοποιημένη, φλογερή επαναστάτρια. Πεθαίνοντας το 1927 δεν άφησε πίσω της μόνο τη χαρακτηριστική τεχνική της και το αναντίρρητο παιδαγωγικό της έργο αλλά και μια πληθώρα από σχέδια, ζωγραφιές, φωτογραφίες και κείμενα για τα οποία υπήρξε ταυτόχρονα το μοντέλο και η έμπνευση.
Η Αντζελα Ισιδώρα Ντάνκαν γεννήθηκε το 1877 στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνιας. Η πρώτη της επαφή με τον χορό έγινε στα παιδικά της χρόνια όπου από πολύ νωρίς παρουσίασε δείγματα του «παραβατικού» χαρακτήρα της δηλώνοντας στη δασκάλα της πόσο «άσχημες» έβρισκε τις στάσεις του μπαλέτου. Το επαγγελματικό της ντεμπούτο έγινε το 1896 στο Σικάγο όπου γνώρισε τον θεατρικό παραγωγό Ογκυστέν Νταλί. Λίγο αργότερα, η Ντάνκαν έγινε μέλος του περιοδεύοντος συγκροτήματός του ερμηνεύοντας διάφορους ρόλους. Εναν χρόνο αργότερα, με το ίδιο σχήμα πάντα, ταξίδεψε στο Λονδίνο όπου παράλληλα έκανε και κάποιες ατομικές χορευτικές εμφανίσεις. Υστερα από μια σύντομη επιστροφή στη Νέα Υόρκη, όπου απογοητεύτηκε από την έλλειψη ενθουσιασμού απέναντι στην τέχνη της, το 1899 την βρίσκει και πάλι στη Βρετανία. Από τότε και για τα αμέσως επόμενα χρόνια η Ισιδώρα Ντάνκαν έζησε και δούλεψε σε πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις. Στο Λονδίνο μάλιστα συνδέθηκε με τους πρωτοπόρους πνευματικούς κύκλους της εποχής μέσω των οποίων μυήθηκε στην αρχαιοελληνική γλυπτική, στην ιταλική ζωγραφική της αναγεννησιακής περιόδου αλλά και στη συμφωνική μουσική. Εκείνη περίπου την περίοδο άρχισε να αναζητεί την έμπνευση στις νότες του Σοπέν και του Μπετόβεν.
Λίγο αργότερα η Ισιδώρα Ντάνκαν βρέθηκε στη Γερμανία, όπου γνώρισε τη φιλοσοφία του Φρειδερίκου Νίτσε για τον οποίο ο χορός αποτελούσε τρόπο σκέψης: πολύ σύντομα διαμόρφωνε τη δική της φιλοσοφία για την τέχνη της. Το 1903, στο Βερολίνο, διατύπωνε τον περίφημο λόγο που έμεινε γνωστός ως «χορός του μέλλοντος». Σύμφωνα με την Ντάνκαν, η τέχνη της θα έπρεπε στο εξής να προσανατολιστεί στα αρχαιοελληνικά της πρότυπα: φυσικότητα και ελευθερία. Κατηγορούσε το μπαλέτο ότι «κατέστρεφε τη φυσική ομορφιά του σώματος» και πίστευε ότι ο χορευτής έπρεπε να νιώθει ότι βρίσκεται σε αρμονία με τη φύση. Γι' αυτό και οι κινήσεις που διάλεξε ήταν εξαιρετικά απλές: τρεξίματα, χοροπηδητά, πηδήματα κι όλα αυτά με τα χέρια ελεύθερα να κυματίζουν. «Η τέχνη μου δεν είναι παρά μια προσπάθεια να εκφράσω την ύπαρξή μου» συνήθιζε να λέει. Αναζητούσε τη «θεία έκφραση του ανθρώπινου πνεύματος» περισσότερο στην έμπνευση παρά στην τεχνική.
Από το 1904 ως το 1907 η Ντάνκαν έζησε και δούλεψε στην Ελλάδα, στη Γερμανία, στη Ρωσία και στη Σκανδιναβία. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου συνεργάστηκε με πάμπολλους διάσημους καλλιτέχνες της εποχής, ανάμεσά τους ο περίφημος ρώσος σκηνοθέτης Κωνσταντίν Στανισλάφσκι. Το 1904 ίδρυσε την πρώτη της σχολή χορού λίγο έξω από το Βερολίνο, όπου άρχισε να εξελίσσει τη θεωρία της γύρω από τη χορευτική εκπαίδευση. Παρά το ότι ο μεγάλος της θρίαμβος προκλήθηκε στην Ευρώπη, η Ντάνκαν κατάφερε να κερδίσει και την Αμερική όπου επέστρεψε για λίγο το 1908. Παρά τις τραγωδίες που έπληξαν τη ζωή της (ο θάνατος των δύο παιδιών της και η γέννηση ενός τρίτου, νεκρού ωστόσο, παιδιού) η Ντάνκαν στάθηκε στα πόδια της και συνέχισε να μαγεύει το κοινό που έμενε εκστατικό σε κάθε της εμφάνιση. Ιδρυσε σχολές στη Γαλλία, στη Γερμανία, στη Ρωσία, έκανε διάφορες περιοδείες στις ΗΠΑ αλλά ουδέποτε έζησε ξανά εκεί. Το 1927 βρήκε φρικτό θάνατο στο Παρίσι όταν το μακρύ μαντήλι που φορούσε στον λαιμό της πιάστηκε στη ρόδα του αυτοκινήτου της και την έπνιξε.
Καθώς η τέχνη της είχε τόνο πολύ προσωπικό, η Ντάνκαν δεν κατάφερε να αφήσει πίσω της μια σχολή. Ο,τι άφησε ήταν ένας θρύλος. Η άποψή της ωστόσο για τον χορό ως μέσο προσωπικής έκφρασης παραμένει ζωντανή μέσα από πολλές μεταγενέστερες τάσεις της τέχνης που υπηρέτησε η ίδια με τόσο πάθος.
Η Αντζελα Ισιδώρα Ντάνκαν γεννήθηκε το 1877 στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνιας. Η πρώτη της επαφή με τον χορό έγινε στα παιδικά της χρόνια όπου από πολύ νωρίς παρουσίασε δείγματα του «παραβατικού» χαρακτήρα της δηλώνοντας στη δασκάλα της πόσο «άσχημες» έβρισκε τις στάσεις του μπαλέτου. Το επαγγελματικό της ντεμπούτο έγινε το 1896 στο Σικάγο όπου γνώρισε τον θεατρικό παραγωγό Ογκυστέν Νταλί. Λίγο αργότερα, η Ντάνκαν έγινε μέλος του περιοδεύοντος συγκροτήματός του ερμηνεύοντας διάφορους ρόλους. Εναν χρόνο αργότερα, με το ίδιο σχήμα πάντα, ταξίδεψε στο Λονδίνο όπου παράλληλα έκανε και κάποιες ατομικές χορευτικές εμφανίσεις. Υστερα από μια σύντομη επιστροφή στη Νέα Υόρκη, όπου απογοητεύτηκε από την έλλειψη ενθουσιασμού απέναντι στην τέχνη της, το 1899 την βρίσκει και πάλι στη Βρετανία. Από τότε και για τα αμέσως επόμενα χρόνια η Ισιδώρα Ντάνκαν έζησε και δούλεψε σε πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις. Στο Λονδίνο μάλιστα συνδέθηκε με τους πρωτοπόρους πνευματικούς κύκλους της εποχής μέσω των οποίων μυήθηκε στην αρχαιοελληνική γλυπτική, στην ιταλική ζωγραφική της αναγεννησιακής περιόδου αλλά και στη συμφωνική μουσική. Εκείνη περίπου την περίοδο άρχισε να αναζητεί την έμπνευση στις νότες του Σοπέν και του Μπετόβεν.
Λίγο αργότερα η Ισιδώρα Ντάνκαν βρέθηκε στη Γερμανία, όπου γνώρισε τη φιλοσοφία του Φρειδερίκου Νίτσε για τον οποίο ο χορός αποτελούσε τρόπο σκέψης: πολύ σύντομα διαμόρφωνε τη δική της φιλοσοφία για την τέχνη της. Το 1903, στο Βερολίνο, διατύπωνε τον περίφημο λόγο που έμεινε γνωστός ως «χορός του μέλλοντος». Σύμφωνα με την Ντάνκαν, η τέχνη της θα έπρεπε στο εξής να προσανατολιστεί στα αρχαιοελληνικά της πρότυπα: φυσικότητα και ελευθερία. Κατηγορούσε το μπαλέτο ότι «κατέστρεφε τη φυσική ομορφιά του σώματος» και πίστευε ότι ο χορευτής έπρεπε να νιώθει ότι βρίσκεται σε αρμονία με τη φύση. Γι' αυτό και οι κινήσεις που διάλεξε ήταν εξαιρετικά απλές: τρεξίματα, χοροπηδητά, πηδήματα κι όλα αυτά με τα χέρια ελεύθερα να κυματίζουν. «Η τέχνη μου δεν είναι παρά μια προσπάθεια να εκφράσω την ύπαρξή μου» συνήθιζε να λέει. Αναζητούσε τη «θεία έκφραση του ανθρώπινου πνεύματος» περισσότερο στην έμπνευση παρά στην τεχνική.
Από το 1904 ως το 1907 η Ντάνκαν έζησε και δούλεψε στην Ελλάδα, στη Γερμανία, στη Ρωσία και στη Σκανδιναβία. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου συνεργάστηκε με πάμπολλους διάσημους καλλιτέχνες της εποχής, ανάμεσά τους ο περίφημος ρώσος σκηνοθέτης Κωνσταντίν Στανισλάφσκι. Το 1904 ίδρυσε την πρώτη της σχολή χορού λίγο έξω από το Βερολίνο, όπου άρχισε να εξελίσσει τη θεωρία της γύρω από τη χορευτική εκπαίδευση. Παρά το ότι ο μεγάλος της θρίαμβος προκλήθηκε στην Ευρώπη, η Ντάνκαν κατάφερε να κερδίσει και την Αμερική όπου επέστρεψε για λίγο το 1908. Παρά τις τραγωδίες που έπληξαν τη ζωή της (ο θάνατος των δύο παιδιών της και η γέννηση ενός τρίτου, νεκρού ωστόσο, παιδιού) η Ντάνκαν στάθηκε στα πόδια της και συνέχισε να μαγεύει το κοινό που έμενε εκστατικό σε κάθε της εμφάνιση. Ιδρυσε σχολές στη Γαλλία, στη Γερμανία, στη Ρωσία, έκανε διάφορες περιοδείες στις ΗΠΑ αλλά ουδέποτε έζησε ξανά εκεί. Το 1927 βρήκε φρικτό θάνατο στο Παρίσι όταν το μακρύ μαντήλι που φορούσε στον λαιμό της πιάστηκε στη ρόδα του αυτοκινήτου της και την έπνιξε.
Καθώς η τέχνη της είχε τόνο πολύ προσωπικό, η Ντάνκαν δεν κατάφερε να αφήσει πίσω της μια σχολή. Ο,τι άφησε ήταν ένας θρύλος. Η άποψή της ωστόσο για τον χορό ως μέσο προσωπικής έκφρασης παραμένει ζωντανή μέσα από πολλές μεταγενέστερες τάσεις της τέχνης που υπηρέτησε η ίδια με τόσο πάθος.
Σάββατο 4 Αυγούστου 2012
RIP Gore Vidal
«Ο Βιντάλ πέθανε στο σπίτι του στο Χόλιγουντ, αφού παρουσίασε επιπλοκές από πνευμονία» γράφουν οι Los Angeles Times, επικαλούμενες τον ανιψιό του Μπερ Στιρς.
Ο Γκορ Βιντάλ γεννήθηκε στο Γουεστ Πόιντ της Νέας Υόρκης και πήγε σε πολύ ακριβά ιδιωτικά σχολεία, αλλά ποτέ στο Πανεπιστήμιο. Άρχισε να γράφει σε ηλικία 19 ετών όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην Αλάσκα, περιγράφοντας τις εμπειρίες του από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το τρίτο του βιβλίο, «The City and the Pillar» (Η Πόλη και ο Στυλοβάτης), προκάλεσε αναταραχή και έντονες αντιδράσεις το 1948 όταν κυκλοφόρησε γιατί περιείχε για πρώτη φορά ανοικτές περιγραφές του ομοφυλόφιλου βασικού ήρωά του.
Ο Βιντάλ ήταν εγωπαθής και καυστικός, αλλά ταυτόχρονα ευφυής και καλαίσθητος. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος που περιέγραφε τον εαυτό του: «Είμαι ακριβώς αυτό που φαίνομαι. Δεν υπάρχει μέσα μου ένας ζεστός, αξιαγάπητος άνθρωπος. Κάτω από την ψυχρή εξωτερική εμφάνιση, αν σπάσεις τον πάγο, θα βρεις παγωμένο νερό».
Είναι γνωστές οι έντονες διαμάχες και αντιπαραθέσεις με άλλους αμερικανούς συγγραφείς, κυρίως με τον Νόρμαν Μέιλερ και τον Γουίλιαμ Μπάκλεϊ. Μάλιστα ο πρώτος είχε χτυπήσει τον Βιντάλ πριν από την εμφάνισή τους σε τηλεοπτική εκπομπή.
Ο Βιντάλ είχε χαρακτηρίσει τον Ερνεστ Χεμινγκγουέι «αστείο» και τον Τρούμαν Καπότε «βρωμερό ζώο».
Είναι γνωστές οι έντονες διαμάχες και αντιπαραθέσεις με άλλους αμερικανούς συγγραφείς, κυρίως με τον Νόρμαν Μέιλερ και τον Γουίλιαμ Μπάκλεϊ. Μάλιστα ο πρώτος είχε χτυπήσει τον Βιντάλ πριν από την εμφάνισή τους σε τηλεοπτική εκπομπή.
Ο Βιντάλ είχε χαρακτηρίσει τον Ερνεστ Χεμινγκγουέι «αστείο» και τον Τρούμαν Καπότε «βρωμερό ζώο».
Ποτέ δεν προσπάθησε να κρύψει τον εγωκεντρισμό του. Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Esquire το 2008 είχε δηλώσει πως οι άνθρωποι εντυπωσιάζονται όταν μαθαίνουν ότι είχε φιλικές σχέσεις με διασημότητες όπως η Τζάκι Κένεντι και ο Γουίλιαμ Μπάροους.
«Οι άνθρωποι διατυπώνουν ανάποδα την πρόταση...Θα έπρεπε να λένε πως αυτοί είχαν επιδιώξει να με γνωρίσουν».
Μετά τις πρώτες του επιτυχίες, η συγγραφική του καριέρα παρέμεινε στάσιμη ίσως λόγο του θέματος του τρίτου βιβλίου του. Μέχρι την δεκαετία του '60 ασχολήθηκε με κινηματογραφικά και τηλεοπτικά σενάρια.
Ξαναήρθε στην επιφάνεια με τα έργα του "Julian" "Washington D.C." "Myra Breckenridge" και γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το "Lincoln". Η συλλογή δοκιμίων του με τίτλο "United States" κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου στις ΗΠΑ το 1993.
Ο Βιντάλ ήταν ιδιαίτερα αιχμηρός και επικριτικός απέναντι στην αμερικανική πολιτική και τους πολιτικούς της χώρας του, θεωρώντας πως χαρακτηρίζονται από τη διαφθορά και ευθύνονται για τον θάνατο της «αμερικανικής αυτοκρατορίας».
«Οι άνθρωποι διατυπώνουν ανάποδα την πρόταση...Θα έπρεπε να λένε πως αυτοί είχαν επιδιώξει να με γνωρίσουν».
Μετά τις πρώτες του επιτυχίες, η συγγραφική του καριέρα παρέμεινε στάσιμη ίσως λόγο του θέματος του τρίτου βιβλίου του. Μέχρι την δεκαετία του '60 ασχολήθηκε με κινηματογραφικά και τηλεοπτικά σενάρια.
Ξαναήρθε στην επιφάνεια με τα έργα του "Julian" "Washington D.C." "Myra Breckenridge" και γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το "Lincoln". Η συλλογή δοκιμίων του με τίτλο "United States" κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου στις ΗΠΑ το 1993.
Ο Βιντάλ ήταν ιδιαίτερα αιχμηρός και επικριτικός απέναντι στην αμερικανική πολιτική και τους πολιτικούς της χώρας του, θεωρώντας πως χαρακτηρίζονται από τη διαφθορά και ευθύνονται για τον θάνατο της «αμερικανικής αυτοκρατορίας».
Είχε περιγράψει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τη χώρα του βαρετού και την πατρίδα του άχρωμου. Από το 1960 ζούσε στην Ιταλία, απ΄όπου επέστρεψε το 2003 όταν πέθανε ο επί 50 χρόνια σύντροφός του Χάουαρντ Οστιν.
Παράλληλα με το πλούσιο συγγραφικό του έργο (μυθιστορήματα, θεατρικά, διηγήματα, δοκίμια, σενάρια για τον κινηματογράφο), ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση.
Ηταν από τους σφοδρότερους επικριτές του Τζ. Μπους του νεότερου (George W. Bush), τον οποίο και είχε χαρακτηρίσει ως τον «πιο ηλίθιο άνθρωπο στις ΗΠΑ» (Democracy Now interview: on the Bush Presidency, History and the "United States of Amnesia Mάιος 2008).
Ηταν από τους σφοδρότερους επικριτές του Τζ. Μπους του νεότερου (George W. Bush), τον οποίο και είχε χαρακτηρίσει ως τον «πιο ηλίθιο άνθρωπο στις ΗΠΑ» (Democracy Now interview: on the Bush Presidency, History and the "United States of Amnesia Mάιος 2008).
ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Η νεκρολογία του Guardian
Η νεκρολογία του The Browser
Σάββατο 30 Ιουνίου 2012
Το (νεότερο) μεγάλο μας τσίρκο
.
ΠΡΟΧΤΕΣ, είχα την χαρά να δω "Το μεγάλο μας τσίρκο" σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, με την Ασλάνογλου, τον Νούσια και τον Αρμένη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους και το βάρος της ερμηνείας των εξαιρετικών τραγουδιών που άφησαν εποχή και βρίσκονται ακόμα στο στόμα όλων που τα σιγοψυθιρίζουν, των Ξαρχάκου και Καμπανέλλη, να πέφτει στους ώμους -ή μάλλον, καλύτερα, στο λαρύγγι- του εξαιρετικού νεαρού τραγουδιστή Ζαχαρία Καρούνη. Μια πραγματικά εξαιρετική παράσταση που δνε πρέπει να χάσετε (η παράσταση παριοδεύει την Ελλάδα αυτό το καλοκαίρι και θα βρείτε το πρόγραμμα των παραστάσεων ΕΔΩ)
Με την ευκαιρία, κι επειδή ανακάλυψα πως πολλοί καλόί φίλοι δεν γνώριζαν την ιστορία της παράστασης, αποφάσισα να αφιερώσα μερικές γραμμές, εδώ.
Στις 22 Ιουνίου του 1973, η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος ανεβάζουν στο θέατρο "Αθήναιον" το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλη "Το Μεγάλο μας Τσίρκο". Στο έργο, μέσα από σατιρικά και δραματικά νούμερα και τραγούδια γινόταν μια αναδρομή στην ιστορία της Ελλάδας από την Τουρκοκρατία, τον Όθωνα και τους υπόλοιπους κυβερνήτες της ανεξάρτητης Ελλάδας ως την Μικρασιατική καταστροφή, τον πόλεμο του '40 και το τοτινό "σήμερα".
Σπάνιο απόσπασσμα της παράστασης
Τρίτη 19 Ιουνίου 2012
Harold Pinter | Ένας ασήμαντος πόνος
Mονόπρακτο του Χ. Πίντερ για το ραδιόφωνο (1959) με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο και την Δέσπω Διαμαντίδου. Επίκαιρο, κατά κάποιον τρόπο...
Σάββατο 9 Ιουνίου 2012
"Έφυγε" η Ζωρζ Σαρή των παιδικών μας χρόνων
Η Ζώρζ Σαρή αποχώρησε από τον μάταιο κόσμο μας σήμερα το πρωί, σε ηλικία 87 ετών. Γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα από Μικρασιάτη πατέρα και Γαλλίδα μητέρα και ασχολήθηκε σχεδόν από τα παιδικά της χρόνια με το θέατρο, με δάσκαλο το Βασίλη Ρώτα. Στα χρόνια της Κατοχής φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Ροντήρη, ενώ παράλληλα συμμετείχε στην Αντίσταση και στην ΕΠΟΝ. Το 1947 αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι, όπου και συνέχισε τις σπουδές της στη σχολή του Σαρλ Νιτλέν. Εκεί, γνώρισε και παντρεύτηκε τον Αιγυπτιώτη χειρούργο Μάρκελλο Καρακώστα, από τον οποίο απέκτησε δυό παιδιά. Το 1962 επέστρεψε στην Ελλάδα και άρχισε να εμφανίζεται στο θέατρο και τον κινηματογράφο μέχρι το 1967, ώσπου, με την κήρυξη της χούντας έμεινε άνεργη και στράφηκε στο γράψιμο. Ως συγγραφέας εμφανίστηκε μόλις το 1969 με το έργο "Ο Θησαυρό της Βαγίας", που έγινε μεγάλη επιτυχία και αργότερα μεταφέρθηκε και στην τηλεόραση, αποτελώντας ένα από τα πιο αγαπημένα μου παιδικά σήριαλ της δεκαετίας του '80. Συνέχισε γράφοντας πολλά βιβλία κυρίως για μικρά παιδιά και νέους, όπως επίσης και θεατρικά έργα. Η θεματολογία τους αφορά την σύγχρονη πολιτική ιστορία από κοινωνικής πλευράς, συχνά συνιστώντας παραβολές παραμυθένιες που οδηγούν σε απεικάσματα για την σύγχρονη ζωή. Τα έργα της "Όταν ο Ήλιος..." και "Οι Νικητές" απάδουν από αυτό τον κύκλο έργων και αναφέρονται ευθεώς στο αντικείμενο τους (στην Κατοχή και τον Εμφύλιο), όπως και το μυθιστόρημα "Τα γενέθλια", που εκτυλίσσεται στη διάρκεια της Χούντας. Μαζί με την Άλκη Ζέη καθιέρωσε ένα νέο στυλ στο νεανικό μυθιστόρημα, τόσο από την άποψη του ζωντανού, αυτοβιογραφικού ύφους όσο και της εισαγωγής του πολιτικού, κοινωνικού και ιστορικού στοιχείου στο είδος. Εχει λάβει πολλά βραβεία τόσο ως ηθοποιός όσο και ως συγγραφέας, αλλά, ίσως, το μεγαλύτερο βραβείο για κάθε άνθρωπο του πνεύματος είναι η θέση στην "φτιαξιά" κάθε παιδιού που μεγάλωσε με τις ιστορίες της....
Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012
Τετάρτη 9 Μαΐου 2012
Θεατρική ομάδα ΠαραρΛάμα | Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα
ΑΥΤΟ το Σάββατο και την Κυριακή (12 & 13 Μαΐου) στο Αμφιθέατρο "Εμπειρίκος" της Σχολής Θετικών Επιστημών ΑΠΘ, η ερασιτεχνική θεατρική ομάδα "Παραρλάμα" παρουσιάζει το έργο του Ματέι Βίζνιεκ, "Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα".
Ο μύθος της Αντιγόνης - όπως κάθε μύθος - φανερώνει τον αχρονικό του χαρακτήρα και εμφυτεύεται με άδηλο και συγκαλυμμένο τρόπο σε αυτό το θεατρικό έργο του Ματέι Βίζνιεκ, παρέχοντας νέες σημασιοδοτήσεις και δυνατότητες πρόσληψης. Το αίτημα της "δίκαιης ταφής" επανέρχεται ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο με φόντο τη νεότερη αιματοβαμμένη ιστορία των Βαλκανίων και αναδεικνύει τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό, την Ιστορία και τη μικρο-ιστορία. Το αίτημα του απένθητου Άλλου. Η διατήρηση του πένθους και της οδύνης. Μια παθητική, απολιτική στάση ή μια αναγκαία συνθήκη για τη συγκρότηση αλληλέγγυων κοινοτήτων στη βάση της κοινής ανθρώπινης σωματικής τρωτότητας;
Παίζουν (με σειρά εμφάνισης): Χρήστος Καλογριδάκης, Μάνος Καλαϊντζής, Γιάννης Βαγγελοκώστας, Γιώργος Κλαδογένης, Βασίλης Κοτσίδης, Ειρήνη Τζέκου, Μαρία Χατζή, Bruno Bressi, Vittorio Bressi, Ντόρα Κωνσταντινίδου, Μαρία Δαρδούμπα, Αριάδνη Περάκη
Ταυτότητα της παράστασης:
Σκηνοθεσία: Γιάννης Βαγγελοκώστας
Σκηνογραφία: Γιώργος Κλαδογένης, Αριάδνη Περάκη
Φροντιστής σκηνής: Γιώργος Κλαδογένης
Κοστούμια: "Παραρλάμα"
Μουσική επιμέλεια: Γιάννης Βαγγελοκώστας,Μάνος Καλαϊντζής, Χρήστος Καλογριδάκης
Επιμέλεια video: Bruno Bressi, Αριάδνη Περάκη
Ήχος και βιντεοπροβολή: Βάσω Γκατζιάκη, Κατερίνα Καλλίτση
Φωτισμός: Εύα Χατζή
Αφίσα: Wichita & Bruno Bressi
Παίζουν (με σειρά εμφάνισης): Χρήστος Καλογριδάκης, Μάνος Καλαϊντζής, Γιάννης Βαγγελοκώστας, Γιώργος Κλαδογένης, Βασίλης Κοτσίδης, Ειρήνη Τζέκου, Μαρία Χατζή, Bruno Bressi, Vittorio Bressi, Ντόρα Κωνσταντινίδου, Μαρία Δαρδούμπα, Αριάδνη Περάκη
Ταυτότητα της παράστασης:
Σκηνοθεσία: Γιάννης Βαγγελοκώστας
Σκηνογραφία: Γιώργος Κλαδογένης, Αριάδνη Περάκη
Φροντιστής σκηνής: Γιώργος Κλαδογένης
Κοστούμια: "Παραρλάμα"
Μουσική επιμέλεια: Γιάννης Βαγγελοκώστας,Μάνος Καλαϊντζής, Χρήστος Καλογριδάκης
Επιμέλεια video: Bruno Bressi, Αριάδνη Περάκη
Ήχος και βιντεοπροβολή: Βάσω Γκατζιάκη, Κατερίνα Καλλίτση
Φωτισμός: Εύα Χατζή
Αφίσα: Wichita & Bruno Bressi
Αξίζει να σημειωθεί ότι μέρος της μουσικής της παράστασης αποτελούν πρωτότυπες συνθέσεις του Χρήστου Καλογριδάκη.
*Η παράσταση αρχίζει στις 21.00 και τις δύο ημέρες, διαρκεί 2 ώρες χωρίς διάλειμμα, και η είσοδος είναι ελεύθερη.
Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012
Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






